📄 Κείμενο νόμου
5. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 24 Ιουλ./21 Αυγ. 1920 Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των νόμων π. πληρωμής των ημερομισθίων των εργατών και π. των μισθών των υπηρετών και υπαλλήλων. Αι διατάξεις του ν. ΔΛ΄ και τροποποιούσαι τον νόμον τούτον διατάξεις των ν. 185 και 2193 άρθρ. 6 παρ. 6 κωδικοποιούνται εις ενιαίον κείμενον νόμου έχον ως εξής: Άρθρον 1 Δια της λέξεως «εργάτης» εν τω παρόντι νόμω νοείται πας εργάτης ή τεχνίτης, εκατέρου φύλου και πάσης ηλικίας, εργαζόμενος επί μισθώ ημερησίω, εβδομαδιαίω, ή μηνιαίω, ή κατ’ αποκοπήν, ή κατά μονάδα εργασίας, προς κατασκευήν ειδών εμπορευσίμων, παρ’ αρχηγώ ή διευθυντή, ή ιδιοκτήτη βιομηχανικού εργοστασίου, εντός αυτού ή έξω αυτού, ή παρά πάση επί κέρδει επιχειρήσει, οι μη εργολάβοι αρχιτεχνίται ή αρχιεργάται, οι εργάται μεταλλείων και λατομείων, οι πωληταί ή διανομείς προϊόντων βιομηχανίας, οι εργάται υλοτομίας, και πας χειροτέχνης επί μισθώ παρέχων την προσωπικήν αυτού εργασίαν. Δια της λέξεως «εργοδότης» νοείται πας αρχηγός ή ιδιοκτήτης ή διευθυντής βιομηχανικής ή βιοτεχνικής επιχειρήσεως, εργοστασιάρχης, διαχειριστής, διευθυντής, ή επιτετραμμένος πάσης επιχειρήσεως επί κέρδει, απλής ή εταιρικής, αρχηγός μεταλλευτικής ή μεταλλουργικής επιχειρήσεως ή λατομείου. Άρθρον 2 Η πληρωμή των ημερομισθίων ή της κατ’ αποκοπήν ή κατά τεμάχιον βιοτεχνικού προϊόντος εργασίας των κατά το άρθρ. 1 εργατών δέον: 1) Να γίνηται εντός του εργαστηρίου ή καταστήματος ή εργοστασίου ή του γραφείου της επιχειρήσεως, ουχί δε εις άλλα καταστήματα, οίον καπηλεία, παντοπωλεία, καφενεία Σελίς 149 Πληρωμή Μισθών και Ημερομισθίων 15.Ε.α.3-5 131 κλπ., πλήν εάν πρόκειται περί υπαλλήλων ή εργατών των καταστημάτων τούτων ή εάν εχορηγήθη ειδική αστυνομική άδεια. 2) Να γίνηται ή καθ’ εβδομάδα, εντός του Σαββάτου, ή τρις του μηνός, ή δις του μηνός, αναλόγως της τοπικής συνηθείας ή της συμφωνίας, ουδέποτε παρατεινομένη πέραν της ώρας της λήξεως της ημερησίας εργασίας. Η διάταξις αύτη δεν ισχύει προκειμένου περί επιχειρήσεως χρησιμοποιούσης περισσοτέρους των 200 εργατών, ότε τα του τρόπου της πληρωμής ρυθμίζονται υπό του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας, μετά γνωμοδότησιν του Ανωτάτου Συμβουλίου της Εργασίας. 3) Να γίνηται εις νομίμως κυκλοφορούν εν τω Κράτει νόμισμα, ουχί δε εις είδος. Πάσα παράβασις του άρθρου τούτου και των δυνάμει αυτού εκδιδομένων υπουργικών διαταγών, εκτός ανωτέρας βίας, τιμωρείται παρά του πλημμελιοδικείου της περιφερείας εν η κείται το κατάστημα ή η επιχείρησις δια φυλακίσεως μέχρι 2 μηνών ή δια χρηματικής ποινής (δραχμών (100 – 1000), «400 – 4000») εφ’ άπαξ δι’ εκάστην περίοδον πληρωμής, επί τη μηνύσει του ενδιαφερομένου εργάτου ή της αστυνομικής αρχής, ή της οικείας εργατικής ενώσεως, εκδικάζεται δε δι’ απ’ ευθείας κλήσεως. Τα κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου επιβαλλόμενα πρόστιμα κατατίθενται παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος, εις έντοκον λογαριασμόν υπό τον τίλτο «Ταμείον Προνοίας υπέρ των Εργατών». Δι’ ειδικού νόμου θέλουσι κανονισθή τα της διαθέσεως του κεφαλαίου τούτου. Δια την επιμέτρησιν των χρηματικών ποινών βλ. Α.Ν. 110/1945 και άρθρ. 57 και 474 του νέου Ποινικού Κώδικος, ως και Β.Δ. 27 Δεκ. 1950 (τόμ. 8 σελ. 6, 28, 80 και 84, 1). Άρθρον 3 Εκ των εργατικών μισθών δεν επιτρέπεται κράτησις, ειμή: α) Προκαταβολών γενομένων έναντι μισθού παρά του εργοδότου. β) Προστίμων, εφ’ όσον υπάρχει περί τούτων κανονισμός τοιχοκολλημένος εντός των εργοστασίων ή εντός των γραφείων εις εμφανές μέρος και υπό τον όρον να μη υπερβαίνουν εν συνόλω το 1/4 του ημερομισθίου εκάστου εργάτου και δι’ εκάστην ημέραν. Τα πρόστιμα ταύτα κατατίθενται είτε εις το εν τη επιχειρήσει λειτουργούν τυχόν ταμείον αλληλοβοηθείας των εργατών της, διευθυνόμενον κατά το ήμισυ υπό εργατών της αυτής επιχειρήσεως, υπό των εργατών ταύτης εκλεγομένων, είτε παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος, εις έντοκον λογαριασμόν, υπό τον τίτλον «Ταμείον Προνοίας υπέρ τω Εργατών». Δι’ ειδικού νόμου θέλουν κανονισθή τα της διαθέσεως του κεφαλαίου τούτου. γ) Καταβολών εις ταμεία συντάξεων ή ασφαλειών, εις την διοίκησιν των οποίων Σελίς 150 μετέχουσιν οι εργάται. δ) Συνδρομών ή οφειλών εις εργατικούς συνεταιρισμούς καταναλώσεως ή άλλης φύσεως, υπό τον όρον της συγκαταθέσεως του εργάτου. ε) Αντιτίμου ζημιών προξενηθεισών παρά του εργάτου εις είδη ή μηχανήματα του εργοδότου ή πραγματικής αξίας πρώτης ύλης προϊόντων καταστραφέντων εξ υπαιτιότητος του εργάτου. ς) Μισθωμάτων κατοικίας, όταν αύτη εκμισθούται παρά του εργοδότου. ζ) Αντιτίμου τροφίμων ή άλλων ειδών πρώτης ανάγκης, παρεχομένων υπό του εργοδότου εις τιμήν υπολογιζομένην επί τη βάσει των τιμών των εν τω χονδρικώ εμπορίω και επαυξανομένην κατά την δαπάνην μεταφοράς και πωλήσεως αυτών υπό του εργοδότου, κατόπιν αδείας, δυναμένης να χορηγηθή, επί τη αιτήσει των ενδιαφερομένων, δια Β.Δ., προκαλουμένου υπό του υπουργού, μετ’ επιτόπιον έρευναν και ητιολογημένην γνωμοδότησιν του αρμοδίου επιθεωρητού, ακρόασιν των ενδιαφερομένων εργατών και γνωμοδότησιν του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας. Κατά τας αυτάς διατυπώσεις αίρεται και η χορηγηθείσα άδεια. Αι ποιναί του άρθρ. 2 εφαρμόζονται και επί παραβάσεων του άρθρου τούτου. Δια τα εν τη περιπτ. γ’ ταμεία βλ. άρθρ. 18 ν. 281 π. Σωματείων (τ. 14) και ν. 5931 (κατωτ. αρ. 6). Δια τας κρατήσεις υπέρ του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων βλ. ν. 6298 (15. Ν.) Δια τον φόρον καθ. προσόδου βλ. άρθρ. 24 και 26 κωδ. Φ.Κ.Π. (τόμ. 27). Άρθρον 4 Ως αποδεικτικόν μέσον εξοφλήσεως μισθών υπηρετών εκατέρου των φύλων δύναται να ληφθή υπόψη παρά των δικαστηρίων και η βεβαίωσις καταστήματος ή υποκαταστήματος Τραπέζης ανεγνωρισμένης ή ταμιευτηρίου περί της καταθέσεως παρ’ αυτοίς του μισθού επ’ ονόματι του υπηρέτου. Επί καθυστερήσεως του μισθού υπηρέτου πέραν του τριμήνου οφείλεται νόμιμος τόκος 5% ετησίως, πάσα δε εκ προτέρου συμφωνία προς αποκλεισμόν της υποχρεώσεως ταύτης είναι άκυρος. Άρθρον 5 Δια Β.Δ. εκδιδομένου προτάσει του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας, μετά γνωμοδότησιν του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, κανονίζονται αι λεπτομέρειαι του παρόντος νόμου. 15.Ε.α.5 Πληρωμή Μισθών και Ημερομισθίων 132
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.