← Ελλάδα

15. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 17/20 Μαΐου 1952 Περί συγκροτήσεως παρά τω Υπουργείω Εργασίας Κεντρικού Εποπτικού Συμβουλίου και των αρμοδιοτήτων αυτού. Έχ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά τη σύσταση ενός Κεντρικού Εποπτικού Συμβουλίου στο Υπουργείο Εργασίας και τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων του, με σκοπό τον έλεγχο των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
15. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 17/20 Μαΐου 1952 Περί συγκροτήσεως παρά τω Υπουργείω Εργασίας Κεντρικού Εποπτικού Συμβουλίου και των αρμοδιοτήτων αυτού. Έχοντες υπ' όψιν τας διατάξεις: α)του Ν. 1671/51 (αριθ. 17 παραγρ. 1) "περί Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων", β)του άρθρ. 10 του Α.Ν. 560/1945 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας" και γ)την υπ' αριθ. 124/1952 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας, αποφασίζομεν και διατάσσομεν: Άρθρ.1.-1.Παρά τω Υπουργείω Εργασίας συνιστάται Κεντρικόν Εποπτικόν Συμβούλιον Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, αποκαλούμενον εν τοις επομένοις χάριν συντομίας "Εποπτικόν Συμβούλιον", καταργουμένης της προβλεπομένης υπό των διατάξεων του Α.Ν. 580/1945 σχετικής Επιτροπής. Έργον του ως άνω Συμβουλίου είναι: Περί των αρμοδιοτήτων του Κεντρικού Εποπτικού Συμβουλίου βλ. ήδη άρθρ. 7 παρ. 2 Β.Δ. 459/1965 (ανωτ. σελ. 33). 2.Ο προληπτικός έλεγχος των Οργανισμών, συνιστάμενος εις την προ πάσης εξοφλήσεως του σχετικού εντάλματος πληρωμής, οιασδήποτε δαπάνης, πλην των τοιούτων εκ παροχών, βεβαίωσιν, ότι η πληρωμή εντέλλεται εντός των ορίων της εγκεκριμένης πιστώσεως, ότι εν τη ενεργεία της δαπάνης ετηρήθησαν αι ισχύουσαι διατάξεις περί εκτελέσεως δαπανών του Οργανισμού και ότι επισυνάπτονται εις το ένταλμα πάντα τα αποδεικνύοντα την νόμιμον ενέργειαν της δαπάνης δικαιολογητικά, ασκείται παρ' ειδικών υπαλλήλων του Οργανισμού, οριζομένων παρά του Εποπτικού Συμβουλίου και απολαμβανόντων ειδικής προστασίας κατά τα ειδικώτερον δι' αποφάσεως αυτού οριζόμενα. 3.Εις περιπτώσεις ελλείψεως ειδικού υπαλλήλου παρά τινι των Οργανισμών, δια την άσκησιν του προληπτικού ελέγχου, δύναται ο Υπουργός της Εργασίας δι' αποφάσεώς του μετά γνώμην του Εποπτικού Συμβουλίου να ορίζη έτερον ειδικόν πρόσωπον κεκτημένον την ιδιότητα του τακτικού δημοσίου υπαλλήλου, ως και να ορίζη υπάλληλον ετέρου Ασφαλιστικού Οργανισμού κεκτημένον τα προς τούτο προσόντα. 4.Δύναται εις εξαιρετικάς περιπτώσεις και προς εξακρίβωσιν καταγγελομένων παραβάσεων ο Υπουργός της Εργασίας να εντέλληται τον Πρόεδρον του Εποπτικού Συμβουλίου, όπως επιμεληθή της ενεργείας δια των οικείων οργάνων εκτάκτου ελέγχου, ενός ή πλειόνων των υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου τελούντων Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως. 5.Από της ισχύος του παρόντος, αι υπό των σχετικών διατάξεων των καταστατικών των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως προβλεπόμεναι εξελεγκτικαί επιτροπαί προς διενέργειαν των ετησίων διαχειριστικών ελέγχων συγκροτούνται δι' αποφάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου, εγκρινομένων υπό του Υπουργού Εργασίας. Το πόρισμα των Επιτροπών απευθύνεται προς το Εποπτικόν Συμβούλιον, όπερ και αποφαίνεται επ' αυτού, δυνάμενον εις περιπτώσεις διαπιστώσεως ελλείψεων εν τω ενεργηθέντι ελέγχω να αποφασίζη, είτε τον επανέλεγχον, είτε την συμπλήρωσιν του γενομένου ελέγχου κατά ωρισμένα σημεία δια της διεξαγωγής συμπληρωματικής ερεύνης ή ανακρίσεως ή και την προσαγωγήν των στοιχείων της διαχειρίσεως εις το Εποπτικόν Συμβούλιον προς διεξαγωγήν παρ' αυτού τούτου του Συμβουλίου επανελέγχου. Εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν ο έλεγχος δέον να συντελεσθή εντός ευλόγου χρόνου, όστις οπωσδήποτε δεν δύναται να υπερβή τους δύο μήνας από της προσαγωγής των στοιχείων της διαχειρίσεως εις το Συμβούλιον. Το Εποπτικόν Συμβούλιον, εκδίδον τας καταλογιστικάς αποφάσεις κατά των υπολόγων, υποβάλλει ταύτας εις τον Υπουργόν Εργασίας προς έγκρισιν, όστις υποχρεούται να εκδώση το ταχύτερον την περί καταλογισμού ή μη απόφασιν αυτού. Εν τη εκδόσει της τυχόν απορριπτικής αποφάσεως αυτού, ο Υπουργός Εργασίας εκτιμά την ύπαρξιν στοιχείων αποκλειόντων τον δόλον ή την βαρείαν αμέλειαν και εφ' όσον η ενέργεια της δαπάνης απέβλεπεν εις γενικωτέρους σκοπούς και εις την εξυπηρέτησιν των συμφερόντων του Οργανισμού ή των ησφαλισμένων. Οι υπόλογοι είναι παν όργανον της διοικήσεως ή της υπηρεσίας του Οργανισμού εντεταλμένον την είσπραξιν εσόδων, την απονομήν, την πληρωμήν οιασδήποτε παροχής, εξόδων ή άλλης δαπάνης αυτού και εν γένει οι οπωσδήποτε, έστω και άνευ νομίμου εξουσιοδοτήσεως, διαχειριζόμενοι χρήματα ή υλικόν ανήκοντα εις τον Οργανισμόν. Άρθρ.2.-1-3.(Καθωρίζετο η σύνθεσις του Κεντρικού Εποπτικού Συμβουλίου. Ετροποποιήθησαν δια της υπ' αριθ. 92463 της 12/13 Οκτ. 1964, αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 438). Βλ. ήδη άρθρ. 7 παρ. 1 Β.Δ. 459/1965 (ανωτ. σελ. 33). 4.Οσάκις υπό του Συμβουλίου κρίνονται θέματα αναγόμενα εις την διοίκησιν και διαχείρισιν Ασφαλιστικών Οργανισμών, υπαγομένων εις την αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας, και εις την διοίκησιν των οποίων συμμετέχουν μέλη του Συμβουλίου τούτου, αντ' αυτών συμμετέχουν υποχρεωτικώς εις το Συμβούλιον τα αναπληρωματικά τούτων μέλη. (Αντί της σελ. 52,11(δ) Σελ. 52,11(ε) 292 Έλεγχος Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής 15.Α.ε.15 Πάσα υπηρεσία του Εποπτικού Συμβουλίου διεξάγεται δια της παρά τω Υπουργείω Εργασίας υφισταμένης Επιθεωρήσεως και Ελέγχου, τα όργανα της οποίας διατίθενται κατά τας διατάξεις του παρόντος, υπό του Εποπτικού Συμβουλίου και του Προέδρου αυτού προς ενέργειαν των ελέγχων. 5.Δι' αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας καθορισθήσονται τα της εν γένει λειτουργίας του Εποπτικού Συμβουλίου, η ενώπιον τούτου διαδικασία και ο τρόπος διεξαγωγής της υπηρεσίας του. Δια κοινής δε αποφάσεως των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών καθορισθήσονται αι αναγκαίαι, δια την λειτουργίαν του Συμβουλίου τούτου, δαπάναι, αι δυνάμεναι να πραγματοποιηθούν βάσει των κειμένων διατάξεων. Αι δαπάναι αύται βαρύνουσιν εκ περιτροπής και κατ' αναλογίαν ένα έκαστον των οικείων Ασφαλιστικών Οργανισμών, κατά τα δι' αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας οριζόμενα. Εις τους Ημετέρους επί του Συντονισμού, Οικονομικών και Εργασίας Υπουργούς, ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος. Σελ. 52,12(ε) 262 - 100 293 15.Α.ε.15 Έλεγχος Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.