← Ελλάδα

17. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1380 της 26/27 Ιουλ. 1983 (ΦΕΚ Α΄101) Τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων που αφορούν την ιδιωτική επιχείρηση ασφάλισης. Άρθρ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος τροποποιεί και συμπληρώνει τις διατάξεις που αφορούν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις ασφάλισης, θέτοντας κανόνες για την ευθύνη των διοικούντων και των ελεγκτών, καθώς και για τα ελάχιστα απαιτούμενα κεφάλαια.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
17. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1380 της 26/27 Ιουλ. 1983 (ΦΕΚ Α΄101) Τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων που αφορούν την ιδιωτική επιχείρηση ασφάλισης. Άρθρ.1.-1.(Αντικαθίσταται η παρ.3 άρθρ.3 Ν.Δ. 400/1970 ανωτ. αριθ. 7). 2.(Προστίθεται παρ. 5 στο άρθρ. 3 Ν.Δ. 400/1970, ανωτ. αριθ. 7). Άρθρ.2.-(Καταργήθηκε από την παρ. 2 του άρθρ. 22 του Νόμ. 2170/10-10 Σεπτ. 1993, ΦΕΚ Α΄150, κατωτ. αριθ. 25). Άρθρ.3.-1.Οποιοδήποτε μέλος Διοικητικού Συμβουλίου ελληνικής ασφαλιστικής επιχείρησης ή νόμιμος εκπρόσωπος ασφαλιστικής επιχείρησης που λειτουργεί στην Ελλάδα με οποιαδήποτε μορφή, ευθύνεται έναντι της εταιρείας, κατά τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων για κάθε πταίσμα του, εκτός εάν αποδείξει ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων του κατάβαλε κάθε επιμέλεια. Η απαλλαγή από την ευθύνη ή η έγκριση από τη γενική συνέλευση πράξεων ή παραλείψεων δεν αποκλείει την ευθύνη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. 2.Οι ελεγκτές ασφαλιστικής επιχείρησης οφείλουν να ασκούν το έργο τους με κάθε επιμέλεια και ευθύνονται απέναντι στην εταιρεία και στους τρίτους για τις ζημιές που προκλήθηκαν από τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους. Ευθύνονται ιδίως για τις ζημιές των διευθυνόντων την ασφαλιστική επιχείρηση σε σχέση με τη διοίκηση και τη διαχείρησή της, αν τις γνώριζαν και δεν τις αποκάλυψαν στην έκθεση που περιέχει το πόρισμα του ελέγχου τους. 3.Αν ασφαλιστική επιχείρηση κηρυχτεί σε κατάσταση πτώχευσης και εμφανίζει έλλειμμα ενεργητικού, οι διευθύνοντες ευθύνονται για την κάλυψη του ελλείμματος, εκτός αν αποδείξουν ότι άσκησαν το έργο τους με κάθε επιμέλεια. Αν οι υπόχρεοι είναι πολλοί, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρ. 926 και 927 του Αστικού Κώδικα. Ως διευθύνοντες, σύμφωνα με την έννοια αυτού του άρθρου, θεωρούνται όσοι, με οποιοδήποτε τρόπο, ανεξάρτητα αν ήσαν αμοιβόμενοι ή όχι, ασκούσαν, νόμιμα ή στην πράξη, φανερά ή κρυφά, διοίκηση ή διαχείρηση των υποθέσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης. Σελ. 246,14(ε) Τεύχος 1215- Σελ. 34 12.Μ.α.17 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 4.Το αρμόδιο δικαστήριο της πτώχευσης, αυτεπαγγέλτως ή με πρόταση του εισηγητή ή μετά από αίτηση του συνδίκου, αποφασίζει για την ευθύνη σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο και υποχρεώνει τον κάθε υπεύθυνο να πληρώσει το ποσό για το οποίο ευθύνεται. Κατά των υπόχρεων απαγγέλλεται προσωπική κράτηση. 5.(Αντικαθίσταται η παρ. 2 άρθρ. 28 Ν.Δ. 400/1970, ανωτ. αριθ. 7). Καταργήθηκε από την παρ. 2 του άρθρ. 22 του Νόμ. 2170/10-10 Σεπτ. 1993, (ΦΕΚ Α΄150), κατωτ. αριθ. 25. Άρθρ.4.-1.Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ελάχιστο καταβαλλόμενο εξ ολοκλήρου, κατά τη σύσταση κάθε ελληνικής ανώνυμης εταιρείας, μετοχικό κεφάλαιο, όπως προβλέπει το άρθρ.17 παρ. 1 του Ν.Δ. 400/1970, αποτελείται: α)Από 25.000.000 δρχ. εφόσον θέλει ν’ ασκήσει έναν ή περισσότερους κλάδους ασφάλισης, εκτός από τους κλάδους ζωής, κεφαλαιοποίησης, πίστης, πλοίων και αεροσκαφών. β)Από 60.000.000 δρχ. εφόσον θέλει να ασκήσει μόνο τον κλάδο ζωής και κεφαλαιοποίησης γ)Από 50.000.000 δρχ. εφόσον θέλει να ασκήση μόνο τον κλάδο πλοίων και αεροσκαφών. δ)Από 35.000.000 δρχ. εφόσον θέλει να ασκήση μόνο τον κλάδο πίστης. 2.Ειδικότερα για τις εταιρείες που ασκούν τον κλάδο αυτοκινήτων και γενικής αστικής ευθύνης το μετοχικό τους κεφαλαίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 30.000.000 δρχ. 3.Αν η εταιρεία θέλει να ασκήσει περισσότερους από έναν από τους πιο πάνω κλάδους ασφάλισης, το μετοχικό της κεφάλαιο θα αποτελείται τουλάχιστο από το μεγαλύτερο κεφάλαιο που προβλέπεται για κάθε κατηγορία σύμφωνα με τις πιο πάνω πραγράφους, αυξημένο κατά 10.000.000 δρχ. 4.Για τις αλλοδαπές ασφαλιστικές εταιρείες, εκτός από αυτές που έχουν την έδρα τους σε κράτος μέλος της ΕΟΚ, που θα εγκατασταθούν στην Ελλάδα μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, η εγγύησή τους, όπως προβλέπεται από το άρθρ. 21 του Ν.Δ. 400/1970, πρέπει να είναι ίση τουλάχιστον προς το 1/2 του ποσού, που προβλέπεται στις παρ. 1, 2 και 3 αυτού του άρθρου, ανάλογα με τους κλάδους ασφάλισης που ασκούν. 5.Η εγγύηση, που προβλέπει το άρθρ. 24 παρ. 2 του Ν.Δ. 400/1970 για τους αναγνωρισμένους στην Ελλάδα αντιπροσώπους μεσιτών Λόϋδς Λονδίνου, πρέπει να είναι 1.500.000 δρχ. 6.Οι ελληνικές ανώνυμες ασφαλιστικές εταιρείες που λειτουργούν ήδη, είναι υποχρεωμένες έως τις 30.6.1985 να αυξήσουν το μετοχικό τους κεφάλαιο μέχρι τα κατώτατα όρια που προβλέπονται από τις παρ. 1, 2 και 3 αυτού του άρθρου, για κάθε κατηγορία κλάδου ασφάλισης, διαφορετικά ανακαλείται η άδεια λειτουργίας τους. Μέσα στην ίδια προθεσμία, οι αλλοδαπές ασφαλιστικές εταιρίες που λειτουργούν ήδη είναι υποχρεωμένες να αυξήσουν την εγγύησή τους, όπως ορίζει η παρ. 4 αυτού του άρθρου. Για το ποσό του μετοχικού κεφαλαίου που χρειάζεται για τη σύσταση κάθε Ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας βλέπε άρθρ. 17 Ν.Δ. 400/1970 (ανωτ. αριθ. 7). Επίσης βλ. και άρθρ. 17α, 17β και 17γ του Ν.Δ. 400/1970 (ανωτ. αριθ. 7), που προστέθηκαν από το άρθρ. 16 Π.Δ. 118/1985, (ΦΕΚ Α΄35), κατωτ. αριθ. 20. Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.18-19 Άρθρ.5.-Με π.δ/τα, που εκδίδονται μετά από πρόταση του Υπουργού Εμπορίου, μπορούν να αυξάνονται τα ελάχιστα όρια των κεφαλαίων και των εγγυήσεων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που προβλέπονται στο άρθρ.4 του νόμου αυτού. Άρθρ.6.-1.(Τροποποιείται η παρ. 2 άρθρ. 54 Ν.Δ. 400/1976, ανωτ. αριθ. 7). 2.(Καταργήται η παρ. 3 άρθρ. 54 Ν.Δ. 400/1976, ανωτ. αριθ. 7). 3.(Προστίθεται παρ. 3 στο άρθρ. 54 Ν.Δ. 400/1976, ανωτ. αριθ. 7). Άρθρ.7.-(Τροποποιούνται οι παρ. 3 και 4 άρθρ. 6 Α.Ν. 1998/1939, Τόμ. 11 σελ. 166). Άρθρ.8.-Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται οι διατάξεις: 1.Των άρθρ. 1, 2, 3 και 4 του Νόμ. 761/1978 (ΦΕΚ Α΄42). 2.Του Π.Δ. 198/1980 (ΦΕΚ Α΄54). Άρθρ.9.-Ο νόμος αυτός θα ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.