← Ελλάδα

5. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 2761 της 27 Φεβρ./4 Μαρτ. 1954 (ΦΕΚ Α΄ 38) Περί υποβολής δηλώσεων τόπου διαμονής υπό εφέδρων οπλιτών. Άρθρ.1.–1.(Πας έφεδρος οπλίτη

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την υποχρέωση των έφεδρων οπλιτών να δηλώνουν τον τόπο διαμονής τους μετά την απόλυσή τους από τις Ένοπλες Δυνάμεις και κάθε μεταγενέστερη αλλαγή αυτού. Σκοπός του είναι η καταγραφή της διαμονής τους για στρατιωτικούς σκοπούς.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
5. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 2761 της 27 Φεβρ./4 Μαρτ. 1954 (ΦΕΚ Α΄ 38) Περί υποβολής δηλώσεων τόπου διαμονής υπό εφέδρων οπλιτών. Άρθρ.1.–1.(Πας έφεδρος οπλίτης απολυόμενος εκ των τάξεων του Στρατού Ξηράς, Θαλάσσης ή αέρος, μετά την εκπλήρωσιν των Στρατιωτικών του υποχρεώσεων, υποχρεούται να υποβάλη εις την απολύουσαν τούτον Αρχήν υπεύθυνον δήλωσιν, εμφαίνουσαν τον εν τω ιδιωτικώ βίω τόπον διαμονής του. Έφεδροι οπλίται κατά την έννοιαν του παρόντος Νόμου θεωρούνται οι έφεδροι υπαξιωματικοί, στρατιώται, ναυτοδίοποι και σμηνίται.) Δια του άρθρ. 143 Ν.Δ. 720/1970 (ανωτ. σελ. 82), αι αφορώσαι εις το Στράτευμα διατάξεις του Νόμ. 2761/1954 κατηργήθησαν. Την αυτήν υποχρέωσιν υπέχουσι και οι απολυόμενοι εκ τη Β. Χωρ/κής ή εκ της Αστυνομίας Πόλεων, εφ’ όσον ανήκουσιν εις την Εφεδρείαν των Ενόπλων Δυνάμεων. Εις την τοιαύτην υποχρέωσιν υπάγονται και οι έφεδροι τοιούτοι του Λιμενικού Σώματος υπαγόμενοι εις την εφεδρείαν, εφ’ όσον δεν υπερέβησαν το 40όν έτος της ηλικίας των. 2.Δια Διαταγών των οικείων Γενικών Επιτελείων ή του Γενικού Επιτελείου Στρατού, προκειμένου περί απολυομένων εκ της Β. χωροφυλακής ή εκ της Αστυνομίας Πόλεων, καθορίζονται ο τύπος της τοιαύτης δηλώσεως και αι αρμόδιαι Στρατιωτικαί Αρχαί προς ας θα διαβιβάζωνται αι δηλώσεις αύται. Άρθρ.2.–1.Πάσα τυχόν μεταγενεστέρα οριστική αλλαγή του τόπου διαμονής, υπό των εν τω προηγουμένω άρθρω εφέδρων οπλιτών ή προσωρινή τοιαύτη μέλλουσα να διαρκέση πλέον του τριμήνου συνεπάγεται την υποχρέωσιν υποβολής παρ’ αυτών νέας επί τούτου υπευθύνου δηλώσεως εντός του 1ου μηνός από της εγκαταστάσεως εν τω νέω τούτω τόπω, εξαιρέσει των εις το Εξωτερικόν ναυτιλομένων. 2.Η δυνάμει της προηγουμένης παρ. 1 του παρόντος άρθρου υποχρέωσις υποβολής της ρηθείσης δηλώσεως παρά των εφέδρων οπλιτών εξακολουθεί υφισταμένη μέχρι συμπληρώσεως παρ’ αυτών του 40ου έτους της ηλικίας των. 3.Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υφυπουργού Εθνικής Αμύνης, κατόπιν προηγουμένης σχετικής εισηγήσεως του αρμοδίου Γενικού Επιτελείου, δύναται η υποχρέωσις της προηγουμένης παρ. 2 του παρόντος άρθρου να παρατείνηται εις Κατηγορίας Εφέδρων οπλιτών ωρισμένων Κλάδων Ενόπλων Δυνάμεων ή Όπλων και Σωμάτων ή Ειδικοτήτων ή Περιφερειών τινων του Κράτους και μέχρι συμπληρώσεως παρ’ αυτών της υπό της κειμένης Νομοθεσίας οριζομένης προς στράτευσιν ηλικίας. Άρθρ.3.–«1.Άπαντες οι έχοντες απολυθή των τάξεων του Στρατεύματος οπλίται, οι ανήκοντες εις την εφεδρείαν του Στρατού Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος και γεννηθέντες κατά το έτος 1929 και μεταγενεστέρως, υποχρεούνται όπως από της ισχύος του παρόντος Ν.Δ/τος και εντός προθεσμίας καθορισθησομένης δια διαταγής του επί της Εθνικής Αμύνης Υπουργού, τη προτάσει του Γ.Ε.ΕΘ.Α. υποβάλωσι σχετικήν υπεύθυνον δήλωσιν, περί του τόπου ενεστώσης διαμονής των. Η κατά τ’ ανωτέρω ορισθησομένη προθεσμία δύναται να παραταθή, δι’ ομοίας διαταγής του Υπουργού Εθνικής Αμύνης, επί τρίμηνον, μη επιτρεπομένης νέα παρατάσεως». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του Ν.Δ. 3408/1955. 2.Ως προς την τυχόν μεταγενεστέραν, από της υποβολής της δηλώσεως δυνάμει της προηγουμένης παρ. 1 αλλαγήν του τόπου διαμονής τούτων, οριστικήν ή προσωρινήν, ισχύουσιν αι διατάξεις του προηγουμένου άρθρ.2. Άρθρ.4.–1.Η δυνάμει του παρόντος Νόμου υποβαλλομένη δήλωσις εις ουδέν τέλος χαρτοσήμου ή ενσήμου υπόκειται. 2.Ο τύπος της δηλώσεως περί ης τα άρθρ. 2 και 3 καθορίζεται δια διαταγών του Υπουργού εθνικής Αμύνης, προτάσει του αρμοδίου Γενικού Επιτελείου. 3.Η δυνάμει των άρθρ. 2 και 3 του παρόντος Νόμου, υποβαλλομένη δήλωσις, συντάσσεται υπό της οικείας Αστυνομικής Αρχής του νέου τόπου διαμονής των ενδιαφερομένων ή υπό της Προξενικής τοιαύτης, προκειμένου περί ευρισκομένων εις το Εξωτερικόν, επί τη αυτοπροσώπω εμφανίσει του υποχρέου, εντός των υπό των άρθρων τούτων οριζομένων προθεσμιών. Εν ελλείψει Αστυνομικής Αρχής εις τον νέον τόπον διαμονής, η δήλωσις αύτη συντάσσεται υπό του Προέδρου Κοινότητος, παρ’ ου διαβιβάζεται εντός 5 ημερών εις την οικείαν Αστυνομικήν Αρχήν. 4.Δια τους ένεκεν σωματικής βλάβης ή παθήσεως αδυνατούντας να μετακινηθώσιν αυτοπροσώπως ενώπιον των ως άνω Αρχών η δήλωσις αύτη συντάσσεται κατά τα ανωτέρω, επί τη εμφανίσει οιουδήποτε προσώπου οριζομένου υπό του υποχρέου δια την υποβολήν ταύτης. Οι λόγοι αδυναμίας της αυτοπροσώπου παρουσιάσεως των ενδιαφερομένων ενώπιον των ανωτέρω Αρχών εκτιμώνται παρά των Αρχών τούτων. (Αντί για τη σελ. 167(α) Σελ. 167(β) Τεύχος 1385 Σελ. 21 Έφεδροι 36.Β.θ.5 5.Αι Αστυνομικαί και Προξενικαί Αρχαί υποχρεούνται όπως διαβιβάζωσιν εις τα αρμόδια Στρατολογικά Γραφεία τας μεν δηλώσεις του άρθρ. 2 εντός πέντε ημερών, τας δε τοιαύτας του άρθρ. 3 εντός μηνός από της συντάξεως τούτων. Τας τοιαύτας δε του Λιμενικού Σώματος εις το Ναυτολογικόν Στρατολογικόν Γραφείον Πειραιώς. Άρθρ.5.–1.Οι παραλείποντες την υποβολήν της δηλώσεως περί ης αι προηγούμεναι διατάξεις υπόκεινται εις χρηματικόν πρόστιμον από 500 μέχρι 2.500 μεταλλικάς δραχμάς και από 2.500 μέχρι 10.000 τοιαύτας δι’ εκάστην νέαν παράλειψιν. 2.Οι υποβάλλοντες ψευδή δήλωσιν περί του τόπου διαμονής των, εκτός των υπό τους σχετικού Νόμου προβλεπομένων κυρώσεων, υπέχουσι και χρηματικόν πρόστιμον από 10.000 μέχρις 20.000 μεταλλικάς δραχμάς. 3.Το ως άνω χρηματικόν πρόστιμον επιβάλλεται δια διαταγής του Υπουργού εθνικής Αμύνης, προτάσει του αρμοδίου Γενικού Επιτελείου και περιέρχεται εις τους πόρους του οικείου Μετοχικού Ταμείου. 4.Το πρόστιμον τούτο δηλούται ως έσοδον υπέρ του ανωτέρω Ταμείου και εισπράττεται κατά τας διατάξεις του Νόμου «περί εισπράξεως Δημοσίων εσόδων» επί τη βάσει της εις τα Ταμεία του Κράτους κοινοποιουμένης Διαταγής επιβολής προστίμου. Άρθρ.6.–Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.