← Ελλάδα

5. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 22 Φεβρ./1 Μαρτ. 1952 Περί εκτελέσεως δημοτικών και κοινοτικών έργων. Τροποποιήθηκε από το Β.Δ.31 Αυγ.-25 Σεπτ. 1957 και κατ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ρυθμίζει τον τρόπο επίλυσης διαφωνιών που προκύπτουν από συμβάσεις για την εκτέλεση δημοτικών και κοινοτικών έργων, καθορίζοντας τη δικαστική οδό και τη διαδικασία προσφυγής.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
5. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 22 Φεβρ./1 Μαρτ. 1952 Περί εκτελέσεως δημοτικών και κοινοτικών έργων. Τροποποιήθηκε από το Β.Δ.31 Αυγ.-25 Σεπτ. 1957 και καταργήθηκε από το άρθρ.42 Β.Δ. 468/1968, εκτός από το άρθρ.30, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ πρώτα από το άρθρ.40 του Β.Δ.468/1968 και στη συνέχεια από το άρθρ.68 Π.Δ.28/1980, κατωτ. αριθ.18. Λύσις διαφωνιών Άρθρ.30.-(1.Πάσα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών διαφορά, προκύπτουσα είτε επί της τεχνικής των έργων εκτελέσεως, είτε επί της ερμηνείας και εκτελέσεως της συμβάσεως και της συγγραφής των υποχρεώσεων, ως και των μεταγενεστέρων, δια νόμου ή συμφωνίας τροποποιήσεων και συμπληρώσεων αυτών, είτε εκ της καθ’ οιονδήποτε τρόπον επερχομένης λύσεως της εργολαβικής συμβάσεως αφορώσα εις τον καθορισμόν της αξίας των εκτελεσθεισών εργασιών, ως και την καταβολήν αυτής, είτε εις τον καθορισμόν και την καταβολήν συμβατικών ή νομίμων αποζημιώσεων και γενικώς πάσα διαφορά οιασδήποτε φύσεως προκύπτουσα εξ εργολαβικής συμβάσεως κατά την διάρκειαν ή μετά την οπωσδήποτε λύσιν αυτής, λύεται δια της δικαστικής οδού). Το άρθρ.199 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ανωτ. σελ.52,239) καθορίζει τη διαδικασία επιλύσεων διαφορών και στην παρ.4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι πριν υποβληθεί η διαφορά στο Εφετείο πρέπει να έχει εξαντληθεί η διοικητική διαδικασία, αλλιώς η προσφυγή είναι απαράδεκτη. 2.Αρμόδιον προς επίλυσιν των διαφορών τούτων είναι το Εφετείον της περιφερείας, εν η εκτελούνται τα έργα. Εάν δε τα έργα κείνται εις την περιφέρειαν πλειόνων Εφετείων, αρμόδιον δια την επίλυσιν της διαφοράς είναι το υπό του Προέδρου του Αρείου Πάγου, επί τη αιτήσει ενός των διαδίκων, οριζόμενον. 3.Η υπόθεσις συζητείται ενώπιον του Εφετείου, ως Νόμω προτετιμημένη, την πρώτην δικάσιμον μεθ’ ημέρας 20 από της επιδόσεως της προσφυγής του ενδιαφερομένου. Οι διάδικοι οφείλουσι να προσκομίσωσιν επ’ ακροατηρίω πάντα τ’ αποδεικτικά στοιχεία και τους μάρτυρας αυτών, οίτινες εξετάζονται παραχρήμα. 4.Το Εφετείον δικάζον εκ των ενόντων και κατά την κρίσιν δικαίου ανδρός, υποχρεούται να εκδώση την απόφασιν αυτού εντός μηνός από της συζητήσεως. Κρείσσονας αποδείξεις δύναται να διατάξη το Εφετείον εάν, κατά την κρίσιν του, καθίσταται ανέφικτος η λύσις της διαφοράς βάσει των προσκομισθέντων υπό των διαδίκων στοιχείων. Εν τοιαύτη περιπτώσει η συζήτησις επαναλαμβάνεται ως Νόμω προτετιμημένη, μετά το πέρας των αποδείξεων ή την λήξιν της δια την διεξαγωγήν αυτών ταχθείσης προθεσμίας, την πρώτην δικάσιμον μεθ’ ημέρας δέκα πέντε από της επιδόσεως της σχετικής κλήσεως. Η μετά την νέαν συζήτησιν οριστική απόφασις του Εφετείου οφείλει να εκδοθή εντός είκοσι ημερών από της συζητήσεως. 5.Της εις το Εφετείον εισαγωγής της υποθέσεως προηγείται υποχρεωτικώς αίτησις θεραπείας προς τον Υπουργόν των Εσωτερικών, αποφαινόμενον επί ταύτης, μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Δημοτικών και Κοινοτικών Έργων, δι’ ητιολογημένης αποφάσεως κοινοποιουμένης τω εργολάβω. Κατά την υπό του Συμβουλίου Δημοτικών και Κοινοτικών Έργων, συζήτησιν της διαφωνίας καλείται και παρίσταται εάν θέλη, αυτοπροσώπως ή δια τεχνικού αντιπροσώπου, ο εργολάβος και ο ενδιαφερόμενος Δήμος ή Κοινότης. Εάν ο εργολάβος δεν αποδέχεται την απόφασιν του Υπουργού των Εσωτερικών ή εάν ο Υπουργός δεν αποφανθή εντός τριών μηνών από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως του εργολάβου, δικαιούται ούτος να προσφύγη εις την εν εδαφ.1-4 διαδικασίαν. 6.Δικαίωμα διαφωνίας προς τας αποφάσεις των αρμοδίων Αρχών και προσφυγής εις το Εφετείον, έχει ου μόνον ο ανάδοχος, αλλά και ο εργοδότης Δήμος ή Κοινότης. 7.Εις πάσας τας περιπτώσεις η εις το Εφετείον προσφυγή του εργολάβου, λόγω διαφωνίας προς τον εργοδότην, ως επίσης η προσφυγή του εργοδότου, λόγω διαφωνίας αυτού προς τας σχετικάς αποφάσεις της εποπτευούσης Προϊσταμένης αυτού Αρχής, ασκείται δια κοινοποιήσεως, προς τον Υπουργόν των Εσωτερικών, αιτήσεως θεραπείας, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας, εξ μηνών από της κοινοποιήσεως εις τον εργολάβον ή εις τον κατά τα ανωτέρω εργοδότην της σχετικής αποφάσεως, εξ ης γεννάται η μεταξύ των συμβληθέντων μερών διαφορά. 8.Η προσφυγή εις το Εφετείον του εργολάβου ή του εργοδότου, κατά της, συμφώνως ταις διατάξεσι της παρ.5 του παρόντος εκδοθησομένης αποφάσεως του Υπουργού των Εσωτερικών, επί της αιτήσεως θεραπείας πρέπει να επιδοθή εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως του Υπουργού ή από της λήξεως της τριμήνου προθεσμίας της προμνησθείσης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Πάσα αίτησις θεραπείας κοινοποιουμένη τω Υπουργώ των Εσωτερικών, μετά την εν τη προηγουμένη παραγράφω (Αντί για τη σελ.261(ε) Σελ.261(ζ) Τεύχος Ζ81-Σελ.49 ΄Εργα και προμήθειες Δήμων και Κοινοτήτων 3.Ε.α.5 οριζομένην προθεσμίαν, ς και πάσα προσφυγή εις το Εφετείον, πραγματοποιουμένη μετά την παρέλευσιν της άνω προθεσμίας των δύο μηνών, είναι απαράδεκτος, πάσα δε αξίωσις του εργολάβου κατά του εργοδότου Δήμου ή Κοινότητος, ως και αντιθέτως πάσα αξίωσις του εργοδότου, επί πλέον των δια των εκδοθεισών σχετικών αποφάσεων των αρμοδίων Αρχών ανεγνωρισμένων αξιώσεων δεν δύνανται πλέον να προβληθή υπ’ αυτών. 9.Πάσα αξίωσις του εργολάβου κατά του εργοδότου ή αντιθέτως του εργοδότου κατά του εργολάβου, μη στηριζομένη εις απόφασιν της αρμοδίας Αρχής και περί ης ηγέρθη διαφωνία και εγένετο προσφυγή εις το Εφετείον, παραγράφεται εάν κατά το διάστημα της επιδικίας παρέλθη διετία, χωρίς να ενεργηθή πράξις διακόπτουσα την παραγραφήν. Όσον αφορά τας νομίμως γεννηθείσας και αναγνωριζομένας δι’ αποφάσεων των αρμοδίων Αρχών αξιώσεις των εργολάβων, εφαρμόζονται αι σχετικαί διατάξεις του Νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού και των τροποποιούντων αυτόν Νόμων.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.