📄 Κείμενο νόμου
3. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ της 4/7 Μαρτ. 1936 Περί συμπληρώσεως των διατάξεων περί βεβαιώσεως του εγγείου φόρου επί του καπνού. Άρθρ.1.-1.Ο δυνάμει του άρθρ. 1 του Ν.Δ. της 24 Δεκ. 1925 επιβεβλημένος ενιαίος φόρος επί του καπνού εις φύλλα βεβαιούται και εισπράττεται επί τη βάσει της αληθούς και πραγματικής, τιμής αυτου, αποδεικνυομένης εκ των σχετικών συμφωνητικών αγοραπωλησίας καπνού των προβλεπομένων υπό των άρθρων 1 και 2 του ν. 4672, περί ρυθμίσεως των αγοραπωλησιών καπνού και εκ των πιστοποιητικών πωλήσεως των συντασσομένων βάσει των συμφωνητικών αγοραπωλησίας κατά τας διατάξεις των Β.Δ. της 7 Φεβρ. 1915 περί εκτελέσεως του ν. 522 και 22 Μαΐου 1918 περί εκτελέσεως του ν. 1321. 2.Εις τας κατά τας διατάξεις του ν. 4672 συναπτομένας συμβάσεις αγοραπωλησίας καπνού μεταξύ παραγωγών πωλούντων την ιδίαν αυτών παραγωγήν και εμπόρων δέον ν’ αναγράφωνται αι αληθείς και πραγματικαί τιμαί πωλήσεως. Άρθρ.2.-1.Το δυνάμει των άρθρ. 2 και 4 του ν. 4672 προβλεπόμενον έγγραφον συμβάσεως αγοραπωλησίας συντάσσεται εις τετραπλούν υπό του αγοραστού εμπόρου. Εκ τούτων εν παραδίδεται εις τον πωλητήν καπνοπαραγωγόν έτερον κατατίθεται υπό του αγοραστού εμπόρου εις το αρμόδιον Καπνεργοστάσιον ή Γραφείον Σελ. 92 Φορολογίας Καπνού, εντός δέκα ημερών από της καταρτίσεως της συμβάσεως και καταχωρείται αμέσως εις ειδικόν βιβλίον μεταγραφής συμβάσεων αγοραπωλησίας καπνού, τηρουμένου κατά Κοινότητα και ούτινος ο τύπος καθορισθήσεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, το τρίτον παραμένει εις χείρας του αγοραστού εμπόρου και το τέταρτον εφ’ ου καταχωρείται υποχρεωτικώς η εκκαθάρισις παραλαβής, προσαρτάται εις το πιστοποιητικόν αγοραπωλησίας. 2.Τα ειδικά βιβλία μεταγραφής συμβάσεων αγοραπωλησίας τηρούνται αυτοπροσώπως υπό του Προϊσταμένου εκάστου Γραφείου ή υπό ετέρου υπαλλήλου του γραφείου, ειδικώς επί τούτω οριζομένου υπό του Προϊσταμένου του Γραφείου, καθισταμένων υπευθύνων δια την ακριβή τήρησιν των βιβλίων τούτων. 3.Ο εντεταλμένοι την βεβαίωσιν του φόρου οικονομικοί υπάλληλοι οφείλουσι να πληροφορώνται εγκαίρως περί των εκάστοτε τιμών πωλήσεως των καπνών εις έκαστον χωρίον της περιφερείας των, επί τη βάσει δε αυτών να ελέγχωσι το περιεχόμενον των εις αυτούς προσαγομένων υπό των εμπόρων πιστοποιητικόν πωλήσεως. Οφείλουσιν επίσης δια παντός άλλου δυνατού μέσου να εξακριβώσουν αφ’ ενός μεν την χρονολογίαν της συνάψεως της αγοραπωλησίας την αναγραφομένην εις το προσαγόμενον συμφωνητικόν αγοραπωλησίας, αφ’ ετέρου δε τας πραγματοποιηθείσας κατά την αυτήν χρονολογίαν τιμάς πωλήσεως, ανωτάτην και κατωτάτην, εν εκάστω χωρίω και δια το αυτό είδος και ποιότητα καπνού. 11.Β.γ.3 Αγοραπωλησία καπνού Αν αι εν τω πιστοποιητικώ αναγραφόμεναι τιμαί περιλαμβάνωνται εντός των ορίων των πραγματοποιηθεισών τοιούτων θα υπολογίζωσιν τον ενιαίον φόρον του καπνού επί τη βάσει των τιμών των αναγραφομένων εις το πιστοποιητικόν πωλήσεως το προσαγόμενον υπό του εμπόρου, μετ’ εξακρίβωσιν της αληθείας αυτών. Αν όμως αι εν τω πιστοποιητικώ αναγραφόμεναι τιμαί είναι κατώτεραι, δικαιούται η βεβαιούσα αρχή να προσαυξάνη ταύτας κατά την κρίσιν της και μέχρι του ανωτάτου ορίου των πραγματοποιηθεισών τιμών εν εκάστω χωρίω και δια το αυτό είδος και ποιότητα, κατά την ημέραν της καταρτίσεως των συμφωνητικών αγοραπωλησίας εφ’ ων στηρίζεται το προσαγόμενον υπό του εμπόρου πιστοποιητικόν πωλήσεως. 4.Οι δήμαρχοι και οι πρόεδροι των κοινοτήτων υποχρεούνται οσάκις αι αναγραφόμεναι εις τα πιστοποιητικά τιμαί, ποσότητες και ποιότητες των αγορασθέντων καπνών δεν είναι αι αληθείς και πραγματικαί, να πιστοποιώσι δια της υπογραφής των εν τω πιστοποιητικώ πωλήσεως τας πραγματικάς τιμάς, ποσότητας και ποιότητας των πωληθέντων καπνών. 5.Εν περιπτώσει αρνήσεως του εμπόρου να καταβάλη τον φόρον επί τη βάσει της καθοριζομένης παρά της βεβαιούσης αρχής τιμής πωλήσεως κατά τ’ ανωτέρω η καταβολή αυτού γίνεται εις είδος, κατά τας διατάξεις των Β.Δ. της 7 Φεβρ. 1915 περί εκτελέσεως του ν. 522 και 22 Μαΐου 1918 περί εκτελέσεως του ν. 1321. Άρθρ.3.-1.Οι συντάσσοντες πλαστά συμφωνητικά αγοραπωλησίας ή πιστοποιητικά πωλήσεως καπνού ως και οι συντάσσοντες ανακριβή τοιαύτα είτε ως προς τας τιμάς είτε ως προς τα ποσά, είτε ως προς τας ποιότητας, των πωλουμένων καπνών, τιμωρούνται κατά τας σχετικάς διατάξεις περί απάτης και πλαστογραφίας του Ποινικού Νόμου. 2.Ανεξαρτήτως της ποινικής διώξεως ταύτης κατά των ως άνω παραβατών επιβάλλεται και πρόστιμον (από δραχ. 500-50.000) καταλογιζόμενον δι’ αποφάσεως του αρμοδίου Διευθυντού Καπνεργοστασίου ή Γραφείου Φορολογίας Καπνού, υποκειμένης εις προσφυγήν κατά τας εν ισχύϊ διατάξεις περί προσφυγής εις το Διοικητικόν Δικαστήριον των Φορολογικών Παραβάσεων. Εν υποτροπή το πρόστιμον διπλασιάζεται. 3.Δια του αυτού προστίμου τιμωρείται ο αγοραστής έμπορος ο κατά παράβασιν της ανωτέρω παραγράφου, παραλείψας να καταθέση εμπροθέσμως το συμφωνητικόν αγοραπωλησίας καπνού εις το Καπνεργοστάσιον ή Γραφείον Φορολογίας Καπνού. Δια του άρθρ. 10 του Ν.Δ. 1071 της 16/22 Σεπτ. 1949 ωρίσθη ότι επί των παραβάσεων των προβλεπομένων υπό του άρθρ. 3 παράγρ. 1 και 3 του από 4/7 Μαρτ. 1936 Α. Νόμου επιβάλλεται από της ισχύος του Ν.Δ/τος τούτου πρόστιμον από δραχμών 100.000 μέχρι 5.000.000. 4.Δημόσιοι, δημοτικοί ή κοινοτικοί λειτουργοί συνεργήσαντες οπωσδήποτε εις τινα των ανωτέρω πράξεων τιμωρούνται κατά τας σχετικάς περί απάτης και πλαστογραφίας διατάξεις του Ποινικού Νόμου, η δε συνέργεια τούτων θεωρείται και ως ιδιαιτέρα επιβαρυντική αιτία. Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.