← Ελλάδα

22. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 33 της 21/21 Αυγ. 1936 Περί συμπληρώσεως των νόμων περί προστασίας του Εθνικού νομίσματος. Άρθρ.1.-Η κατοχή επιταγής (CHEQU

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος, που χρονολογείται από το 1936, συμπληρώνει τους νόμους για την προστασία του εθνικού νομίσματος. Επιδιώκει να αποτρέψει την παράνομη διακίνηση ξένου νομίσματος και χρυσού.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
22. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 33 της 21/21 Αυγ. 1936 Περί συμπληρώσεως των νόμων περί προστασίας του Εθνικού νομίσματος. Άρθρ.1.-Η κατοχή επιταγής (CHEQUE) εις ξένον νόμισμα οπισθογραφημένης εν τη ημεδαπή αποδεικνύει την παράνομον πώλησιν υπό των οπισθογράφων και την παράνομον αγοράν παρά του κομιστού. Άρθρ.2.-Απαγορεύεται η κατοχή χρυσού, ξένων νομισμάτων και συναλλάγματος παρά Χρηματιστών, μεσιτών, κολλυβιστών, αργυραμοιβών, ιδιωτών Τραπεζιτών και παντός προσώπου ασκούντος έστω και άνευ επισήμου ιδιότητος τα έργα τούτων. (Επίσης απαγορεύεται η κατοχή χρυσού, ξένων νομισμάτων και συναλλάγματος παρ’ εμπορικών, βιομηχανικών και λοιπών επιχειρήσεων εφ’ όσον δεν αποδεικνύεται η νόμιμος προέλευσις και ο νόμιμος προορισμός αυτού). Η εντός ( ) παρ. 2 αντικατεστάθη δια του άρθρ. 1 του κατωτ. Α.Ν. 677/1945, όπερ αντικατασταθέν δια του άρθρ. 6 Α.Ν. 710/1945, κατηργήθη δια του άρθρ. 3 Α.Ν. 944/1941. Βλ. ήδη άρθρ. 11 Α.Ν 1529/1950 (κατωτ. σελ. 97). Οι παραβάται τιμωρούνται δια των ποινών του άρθρ. 14 του Ν. 5422 ως ετροποποιήθη δια μεταγενεστέρων νόμων. Τα εν τω παρόντι άρθρω αναφερόμενα πρόσωπα, κατέχοντα μέχρι τούδε χρυσόν, ξένα νομίσματα και συνάλλαγμα απαλλάσσονται της ποινικής ευθύνης εάν δηλώσωσι και παραδώσωσι ταύτα εις την Τράπεζαν της Ελλάδος επί καταβολή του ισοτίμου των δραχμών εντός οκτώ ημερών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος. Βλ. και άρθρ. 3 του Α.Ν. 296/1936 ως και παρ. 2 άρθρ 11 του Α.Ν. 2704/1939. «5.Εις τα εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου αναφερόμενα πρόσωπα (ήτοι χρηματιστάς, μεσίτας, κολλυβιστάς, αργυραμοιβούς, ιδιώτας, Τραπεζίτας και πάντα τα πρόσωπα τα ασκούντα και άνευ επισήμου ιδιότητος τα έργα τούτων), απαγορεύεται να διατηρώσι βιβλία, αλληλογραφίαν, λογαριασμούς, σημειώσεις και Αρχείον εν γένει, σχέσιν έχον με την διεξαγωγήν των εργασιών των εις μέρη άλλα, πλην των Γραφείων, εν οις ασκούσιν έκαστος το επάγγελμά του. 6.Εις τα αυτά πρόσωπα αναγορεύεται απολύτως να αληλογραφώσιν ή συνεννοώνται οπωσδήποτε αμέσως ή δια τρίτων προσώπων δια κρυπτογραφικών τηλεγραφημάτων ή τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, ή κατά συνθηματικόν τρόπον με το εξωτερικόν χρησιμοποιούντα μυστικήν γλώσσαν ή παρεμβάλλοντα συνθηματικάς λέξεις ή φράσεις ή άλλα σημεία, εκτός μόνον μετ’ έγγραφον έγκρισιν της Υπηρεσίας Προστασίας Εθνικού Νομίσματος. 7.Εις τα αυτά πρόσωπα επίσης απαγορεύεται να διεξάγωσι την αλληλογραφίαν ή την καθ’ οιονδήποτε τρόπον συνεννόησίν των την έχουσαν σχέσιν με την άσκησιν του επαγγέλματός των επ’ ονόματι οιουδήποτε τρίτου και διεύθυνσιν άλλην, πλην της του Γραφείου των ή της κατοικίας των. 8.Απαγορεύεται επίσης εις τρίτα πρόσωπα όπως επιτρέπωσι να διεξάγηται επ’ ονόματι αυτών ή της διευθύνσεώς των αλληλογραφία τινός εκ των ανωτέρω προσώπων ή να ενεργώσιν οιανδήποτε πράξιν εκ των αναφερομένων εν τοις προηγουμένοις εδαφίοις αφορώσαν τα ανωτέρω πρόσωπα. 9.Οι παραβάται των διατάξεων του παρόντος άρθρου τιμωρούνται κατά την διαδικασίαν του υπ’ αριθ. 296/1936 Α.Νόμου μόνον με φυλάκισιν ουχί ανωτέραν των τριών μηνών». Αι παρ. 5-9 προσετέθησαν δια του άρθρ. 9 του Α.Ν. 1704/1939, κατωτ. αριθ. 31. Άρθρ.3.-(Αντικατασταθέν υπό του άρθρ. 1 Α.Ν. 54/1936, κατηργήθη δια του άρθρ. 1 Α.Ν. 257/1936). Άρθρ.4.-Συνιστάται ειδική υπηρεσία απαρτιζομένη εξ ειδικών οργάνων της αστυνομίας Πόλεων υπαγομένη απ’ ευθείας εις τον Υφυπουργόν Δημοσίας Ασφαλείας. Η υπηρεσία αύτη συνεργαζομένη μετά της Επιτροπής Ελέγχου Συναλλάγματος και συμπληρουμένη υπό οργάνων της Τραπέζης της Ελλάδος έχει αποκλειστικήν αποστολήν την δίωξιν των παραβατών των περί συναλλάγματος και περιορισμού των εισαγωγών νόμων και την παρακολούθησιν των αναχωρούντων ή αφικνουμένων επιβατών. Τα όργανα της υπηρεσίας ταύτης και των μετ’ αυτής συνεργαζομένων εφοδιάζονται δι’ ειδικού δελτίου ταυτότητος πάσα δε αστυνομική ή άλλη δημοσία Αρχή υποχρεούται να παρέχη εις αυτά πάσαν αιτουμένην συνδρομήν προς εκτέλεσιν της αποστολής των. Αι λεπτομέρεια της λειτουργίας της υπηρεσίας ταύτης και τα κέντρα εις α θέλει επεκταθή η αρμοδιότης αυτής καθορίζονται δια πράξεων του αρμοδίου Υφυπουργού μετ’ απόφασιν του Συμβουλίου Οικονομικής Αμύνης. Η υπηρεσία αύτη υπήχθη εις υπό τας διαταγάς του Υπουργού της Δημοσίας Τά(Αντί της σελ. 39) Σελ. 39(α) 278 – 125 Προστασία του Νομίσματος 26.Β.α.22 ξεως δια του άρθρ. 3 Α.Ν. 677/1945 (κατωτ. αριθ. 37). Ήδη το υπουργείον τούτο υπάγεται εις το υπουργείον Εσωτερικών. Άρθρ.5.-Εν περιπτώσει ανακλήσεως της αδείας πράξεως αγοραπωλησίας συναλλάγματος Τραπέζης τινός, εφ’ όσον η ανάκλησις δεν επιβάλλεται ως ποινή δια παράβασιν του νόμου, η Τράπεζα της Ελλάδος και αι λοιπαί εξουσιοδοτημέναι Τράπεζαι υποχρεούνται να αποζημιώσωσι την ενδιαφερομένην Τράπεζαν δια τας ζημίας ας υφίσταται εκ του λόγου τούτου εφ’ όσον διαρκεί η ανάκλησις. Αι ζημίαι προσδιορίζονται υπό της Επιτροπής Ελέγχου Συναλλάγματος επί τη βάσει των εκ πράξεων επί συναλλάγματος πραγματοποιηθέντων κερδών κατά το έτος 1935, η δε αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβή τα 3/4 της ζημίας. Εκάστη των εξουσιοδοτημένων Τραπεζών επιβαρύνεται δια την αποζημίωσιν ταύτην αναλόγως των κερδών εκ πράξεων εις συνάλλαγμα και συναφών, της αναλογίας προσδιοριζομένης υπό της Επιτροπής Συναλλάγματος, ήτις λαμβάνει υπ’ όψει και την τυχόν επελθούσαν επαύξησιν κερδών εκ τοιούτων πράξεων. Παν παράπονον κατά της αποφάσεως της Επιτροπής Συναλλάγματος κρίνεται οριστικώς παρά του Υπουργού των Οικονομικών και του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος. Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.