← Ελλάδα

4. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ' αριθ. 119 της 13/14 Φεβρ. 1945 Περί παροχής αμνηστείας εις τα πολιτικά αδικήματα.

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος χορηγεί αμνηστία για πολιτικά αδικήματα που διαπράχθηκαν σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, με ορισμένες εξαιρέσεις. Ρυθμίζει επίσης τη διαδικασία επίλυσης αμφισβητήσεων και τις προθεσμίες για τη δίωξη και την προφυλάκιση για τα μη αμνηστευόμενα αδικήματα.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
4. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ' αριθ. 119 της 13/14 Φεβρ. 1945 Περί παροχής αμνηστείας εις τα πολιτικά αδικήματα. Άρθρον 1. Παράγραφος 1.Αμνηστεύονται τα πολιτικά αδικήματα τα τελεσθέντα από της 3ης Δεκεμβρίου 1944 μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος. Εξαιρούνται της αμνηστείας τα συναφή κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία δια την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος. Παράγραφος 2.Της δια της προηγουμένης παραγράφου παρεχομένης αμνηστείας εξαιρούνται όσοι ανήκοντες εις οργανώσεις του ΕΛΑΣ, ΕΛΑΝ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής και υπόχρεοι όντες εις παράδοσιν των όπλων, δεν ήθελον παραδώση ταύτα μέχρι της 15ης Μαρτίου 1945. Άρθρον 2. Πάσα αμφισβήτησις ή αμφιβολία περί την έννοιαν του άρθρου 1 του παρόντος λύεται αμετακλήτως, εντός πέντε ημερών από της υποβολής της αιτήσεως εις τον Εισαγγελέα των Εφετών, υπό του Συμβουλίου των Εφετών, συντιθεμένου εκ του Προέδρου και τεσσάρων Εφετών, του Εισαγγελέως και του Γραμματέως. Όπου η τοιαύτη σύνθεσις του Συμβουλίου δεν είναι εφικτή, επιτρέπεται η αναπλήρωσις δύο το πολύ εκ των Εφετών δια Προέδρου Πρωτοδικών ή Πρωτοδικών εχόντων συμπεπληρωμένην πενταετή υπηρεσίαν, προσκαλουμένων υπό του Προέδρου των Εφετών εκ των εν τη έδρα του Εφετείου ή εν ελλείψει, εκτός ταύτης υπηρετούντων. «2.Μετά την κοινοποίησιν της κλήσεως προς εμφάνισιν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον η κατά την προηγουμένην παράγραφον αμφισβήτησις ή αμφιβολία λύεται αμετακλήτως υπό του Δικαστηρίου». Η §2 προσετέθη υπό του άρθρ. 1 του Α..Ν. 160/ 1945 (κατωτ. αριθ. 5). Άρθρον 3. Επί των μη αμνηστευομένων κατά το άρθρον 1 αδικημάτων το αξιόποινον παραγράφεται εάν δεν υποβληθή μήνυσις ή ασκηθή αυτεπαγγέλτως δίωξις εντός έξ μηνών από της ισχύος του παρόντος, προκειμένου περί των εν τη περιφερεία της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης πραχθέντων, μέχρι δε τέλους του έτους 1945, προκειμένου περί των λοιπών. Εγχειρισθείσης μηνύσεως ή ασκηθείσης αυτεπαγγέλτως της ποινικής διώξεως εντός των ανωτέρω προθεσμιών η παραγραφή του αξιοποίνου διέπεται υπό των γενικών περί αυτής διατάξεων του Ποινικού Νόμου. Άρθρον 4. Παράγραφος 1. Επί των αυτών μη αμνηστευομένων αδικημάτων η προφυλάκισις των κατηγορουμένων δεν δύναται να διαρκέση πλέον των έξ μηνών, συνυπολογιζομένου και του από της ημέρας της συλλήψεως μέχρι της εκδόσεως του εντάλματος φυλακίσεως χρόνου. Λήξαντος του εξαμήνου, χωρίς να δικασθή οριστικώς ο κατηγορούμενος απολύεται ούτος των φυλακών και δεν επιτρέπεται πλέον να προφυλακισθή δια την αυτήν πράξιν. Παράγραφος 2.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αι διατάξεις του Νόμου 2701 του 1940 «περί ελέγχου της διαρκείας της προφυλακίσεως», πλην των άρθρων 3 και 5 αυτού, των εν άρθρω 1 αυτού προθεσμιών συντομευομένων εις δύο μήνας και της εν άρθρω 7 εις τρεις μήνας. Άρθρον 5. 1.Η εισαγωγή των αυτών μη αμνηστευομένων αδικημάτων εις το ακροατήριον του κατά τας κοινάς δικονομικάς διατάξεις αρμοδίου Δικαστηρίου δύναται να γίνη δι' απ' ευθείας κλήσεως και όταν προηγήθη τακτική ανάκρισις εάν συμφωνήση ο Ανακριτής, επί δε κακουργημάτων και ο Πρόεδρος Εφετών. Η δικάσιμος ορίζεται εις ημέραν όσον το δυνατόν εγγυτέραν και το πολύ συμπίπτουσαν εντός 30 ημερών από της εκδόσεως του βουλεύματος ή της απ' ευθείας κλήσεως. 2.Κατά της απ' ευθείας κλήσεως εισαγωγής ουδεμία επιτρέπεται προσφυγή ουδέν ένδικόν τι μέσον κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων «ή των προδικαστικών ή παρεπιμπτόντων τοιούτων ουδ’ ανακοπή κατά του εντάλματος φυλακίσεως». Τα εντός « » προσετέθησαν υπό της §1 του άρθρ. 2 του Α.Ν. 160/1945 (κατωτ. αρ. 5). «3.Αι περί ιδιαζούσης και εξαιρετικής δικαιοδοσίας διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας και άλλων ειδικών νόμων δεν ισχύουσιν επί του προκειμένου, απάντων των κατηγορουμένων, ανεξαρτήτως της ιδιότητος αυτών, υπαγομένων εις την κοινήν ποινικήν δικαιοδοσίαν και τας παρά πλημμελειοδίκαις ανακριτικάς αρχάς. Η §3 προσετέθη υπό της §2 του άρθρ. 2 του Α.Ν. 160/1945 (κατωτ. αριθ. 5). ΄Αρθρον 6. Η επ' ακροατηρίω διαδικασία γίνεται συμφώνως προς τας κοινάς δικονομικάς διατάξεις. Τα άρθρ 53, 54 και 59 του Νόμου 5060 του 1931 «περί Τύπου κλπ.» εφαρμόζονται και επί των περί ων πρόκειται αδικημάτων. Εφαρμόζεται επίσης και το άρθρον 25 της υπ' αριθ. 6 Συντακτικής Πράξεως της 20ής Ιανουαρίου 1945 «περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού» αρμοδίου εν τω Κακουργοδικείω προς εκδίκασιν του αδικήματος καθισταμένου του Δικαστηρίου των Συνέδρων. Μετά δευτέραν δι' οιονδήποτε λόγον αναβολήν της δίκης, νέα αναβολή δεν επιτρέπεται, αλλά το Δικαστήριον οφείλει να χωρήση εις την συζήτησιν επί τη βάσει των ενόρκων μαρτυριών και άλλων αποδεικτικών μέσων. 2.Η κλήσις προς εμφάνισιν επιδίδεται εις μεν τον κατηγορούμενον 8 (οκτώ), εις δε τους μάρτυρας πέντε (5) τουλάχιστον ημέρας προ της δικασίμου μη αυξανομένων των προθεσμιών τούτων λόγω αποστάσεως. Κατά των καταδικαστικών Αποφάσεων του Δικαστηρίου των Πλημμελειοδικών επιτρέπεται μόνον το ένδικον μέσον της εφέσεως κατά τας κοινάς περί αυτής διατάξεις. Κατά των λοιπών αποφάσεων ουδέν ένδικον μέσον επιτρέπεται. Κατά τα λοιπά τηρούνται αι διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας. Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.