← Ελλάδα

14. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 2124 της 22/31 Μαρτ. 1993 (ΦΕΚ Α΄ 44) Κύρωση Πέμπτου Συμπληρωματικού Πρωτοκόλλου της γενικής Συμφωνίας περί Προνομίων και Ασυλιών

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κυρώνει το Πέμπτο Συμπληρωματικό Πρωτόκολλο της γενικής Συμφωνίας περί Προνομίων και Ασυλιών του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 18 Ιουνίου 1990. Το πρωτόκολλο καθορίζει προνόμια και ασυλίες για συγκεκριμένα μέλη οργάνων του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
14. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 2124 της 22/31 Μαρτ. 1993 (ΦΕΚ Α΄ 44) Κύρωση Πέμπτου Συμπληρωματικού Πρωτοκόλλου της γενικής Συμφωνίας περί Προνομίων και Ασυλιών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Με Ανακοίνωση του Υπ. Εξωτερικών της 1617 Ιουλ. 1993 (ΦΕΚ Α΄ 124) το άνω Συμπληρωματικό προτόκολλο τέθηκε σε ισχύ την 1 Οκτ. 1993. Άρθρο πρώτο.-Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος, το Πέμπτο Συμπληρωματικό Πρωτόκολλο της γενικής Συμφωνίας περί προνομίων και ασυλιών του Συμβουλίου της Ευρώπης που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 18 Ιουν. 1990, του οποίου το κείμενο σε πρωτότυπο στη γαλλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής: ΠΕΜΠΤΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΝΟΜΙΩΝ ΚΑΙ ΑΣΥΛΙΩΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ Τα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, που υπογράφουν το παρόν Πρωτόκολλο, Θεωρώντας ότι κατά το άρθρ. 59 της Συμβάσεως περί προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών (που εφεξής αποκαλείται «η Σύμβαση»), που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμ. 1950, τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (που εφεξής αποκαλείται «η Επιτροπή») και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (που εφεξής αποκαλείται «το Δικαστήριο»), χαίρουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, των προνομίων και των ασυλιών που προβλέπονται από το άρθρ. 40 του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης και στις συναφθείσες Συμφωνίες δυνάμει του άρθρου αυτού, Υπενθυμίζοντας ότι τα εν λόγω προνόμια και ασυλίες καθορίσθηκαν και διευκρινίσθηκαν στο δεύτερο και τέταρτο συμπληρωματικό Πρωτόκολλο, που υπεγράφησαν στο Παρίσι στις 15 Δεκ. 1956 και 16 Δεκ. 1961 αντίστοιχα, στη γενική Συμφωνία περί προνομίων και ασυλιών του Συμβουλίου της Ευρώπης, που υπεγράφη στο Παρίσι στις 2 Σεπτ. 1949, Θεωρώντας ότι είναι αναγκαίο, υπό το φως των αλλαγών που μεσολάβησαν στη λειτουργία του μηχανισμού ελέγχου της Συμβάσεως, να συμπληρώσουμε τη γενική Συμφωνία με ένα άλλο πρωτόκολλο, Συμφώνησαν τα εξής: Άρθρ.1.-1.Τα μέλη της Επιτροπής και τα μέλη του Δικαστηρίου απαλλάσσονται από κάθε φορολογία των μισθών, κερδών και αποζημιώσεων που τους καταβάλλει το Συμβούλιο της Ευρώπης. 2.Η έκφραση «μέλη της Επιτροπής και μέλη του Δικαστηρίου» περιλαμβάνει τα μέλη που, όταν αντικαθίστανται, εξακολουθούν να γνωρίζουν υποθέσεις με τις οποίες ήδη ασχολούνται καθώς και κάθε δικαστής ad hoc, που ορίζεται δυνάμει των διατάξεων της Συμβάσεως. Άρθρ.2.-1.Το παρόν Πρωτόκολλο είναι ανοιχτό για υπογραφή από τα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, που δύνανται να εκφράσουν τη συγκατάθεσή τους να δεσμευθούν με: α.Υπογραφή άνευ επιφυλάξεως επικυρώσεως, αποδοχής ή εγκρίσεως, ή β.υπογραφή με επιφύλαξη επικυρώσεως, αποδοχής ή εγκρίσεως, ακολουθούμενης από επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση. 2.Κανένα Κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν δύναται να υπογράψει χωρίς επιφύλαξη επικυρώσεως να επικυρώσει, να αποδεχθεί ή να εγκρίνει το παρόν Πρωτόκολλο εάν δεν έχει ήδη επικυρώσει, ή εάν δεν επικυρώσει συγχρόνως, τη γενική Συμφωνία περί προνομίων και ασυλιών του Συμβουλίου της Ευρώπης. 3.Τα έγγραφα επικυρώσεως αποδοχής ή εγκρίσεως κατατίθενται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Άρθρ.3.-1.Το παρόν Πρωτόκολλο θα τεθεί σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της λήξης μιας περιόδου τριών μηνών, μετά την ημερομηνία κατά την οποία τρία Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης θα έχουν εκφράσει τη συγκατάθεσή τους να δεσμευθούν από το Πρωτόκολλο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 2. 2.Για κάθε Κράτος μέλος που θα εκφράσει εκ των υστέρων τη συγκατάθεσή του να δεσμευθεί από το Πρωτόκολλο, αυτό θα τεθεί σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της λήξης προθεσμίας τριών μηνών μετά την ημερομηνία υπογραφής ή κατάθεσης του εγγράφου επικυρώσεως, αποδοχής ή εγκρίσεως. (Αντί για τη σελ. 414,13(β) Σελ. 414,13(γ) Τεύχος Σελ. Συμβούλιο της Ευρώπης 40.Δ.α.13-14 Άρθρ.4.-Αναμένοντας την έναρξη ισχύος του παρόντος Πρωτοκόλλου υπό τις προβλεπόμενες στις παρ. 1 και 2 του άρθρ. 3 προϋποθέσεις, τα Κράτη του υπογράφουν συμφωνούν να θέσουν, προσωρινά, το Πρωτόκολλο σε εφαρμογή κατά την ημέρα υπογραφής, στο μέτρο που αυτό είναι συμβατό με τους αντίστοιχους συνταγματικούς κανόνες τους. Άρθρ.5.-Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης κοινοποιεί στα Κράτη μέλη του Συμβουλίου: α.κάθε υπογραφή, β.την κατάθεση κάθε εγγράφου επικύρωσης αποδοχής ή εγκρίσεως, γ.Κάθε ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος Πρωτοκόλλου σύμφωνα με το άρθρ. 3, δ.Κάθε άλλη πράξη, κοινοποίηση ή γνωστοποίηση σχετική με το παρόν Πρωτόκολλο. Σε πιστοποίηση των ανωτέρω, οι υπογραφόμενοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, υπέγραψαν το παρόν Πρωτόκολλο. Έγινε στο Στρασβούργο στις 18.6.1990 στη γαλλική και αγγλική, τα δύο κείμενα, εχόντων την ίδια ισχύ, σε ένα μόνο αντίτυπο που θα κατατεθεί στα αρχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο Γενικός Γραμματέας θα αποστείλει κεκυρωμένο αντίγραφο σε καθένα από τα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Άρθρο δεύτερο.-Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, του δε κυρουμένου πρωτοκόλλου από την ολοκλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρ. 3 παρ. 2 αυτού.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.