← Ελλάδα

3. ΝΟΜΟΣ ΔΡΜΑ΄ της 26 Μαρτ. /11 Απρ. 1913 Περί διάπλου και διαμονής εμπορικών πλοίων παρά τας Ελληνικάς ακτάς και περί αστυνομίας των λιμένων και όρμω

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος του 1913 ρυθμίζει τον διάπλου και την παραμονή εμπορικών πλοίων στα ελληνικά ύδατα, καθώς και την αστυνόμευση των λιμένων και όρμων, ειδικά σε καιρό πολέμου. Επιτρέπει την απαγόρευση της κυκλοφορίας πλοίων για λόγους εθνικής άμυνας.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΝΟΜΟΣ ΔΡΜΑ΄ της 26 Μαρτ. /11 Απρ. 1913 Περί διάπλου και διαμονής εμπορικών πλοίων παρά τας Ελληνικάς ακτάς και περί αστυνομίας των λιμένων και όρμων εν καιρώ πολέμου. Άρθρ.1.-Ο διάπλους και η διαμονή εμπορικών πλοίων, ελληνικών ή ξένων, δύναται ν’ απαγορευθή οποτεδήποτε και εις οιανδήποτε έκτασιν, κλειστήν ή ανοικτήν, των ελληνικών θαλασσών, όταν τα συμφέροντα της εθνικής αμύνης απαιτώσι την τοιαύτην απαγόρευσιν. Ειδικώς δια την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου, ως ελληνική θάλασσα εννοείται η από της ακτής αποστάσεως δέκα ναυτικών μιλίων περιλαμβανομένη θαλασσία ζώνη. Προκειμένου περί κόλπων και όρμων, η ζώνη των δέκα ναυτικών μιλίων μετρείται απ’ ευθείας γραμμής, συρομένης κατά πλάτος της εσοχής και εις το μάλλον εξωτερικόν μέρος αυτής, όπου το άνοιγμα δεν έχει πλάτος μείζον των είκοσι μιλίων. Άρθρ.10.-Προς πληρωμήν των κατά τον παρόντα Νόμον επιβαλλομένων χρηματικών ποινών ευθύνονται και οι πλοιοκτήται και εφοπλισταί των παραβάντων τας διατάξεις του παρόντος Νόμου ελληνικών ή ξένων πλοίων, άτινα δύνανται να κρατηθώσιν υπό της ναυτικής Αρχής μέχρις αποπληρωμής της ποινής, εκτός εάν παρεσχέθη ικανή εγγύησις. Άρθρ.11.-Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού. 19.Β.α.3 Αστυνομία Εμπορικής Ναυτιλίας Άρθρ.2.-Αι εκτάσεις εις ας απαγορεύεται ο διάπλους και η διαμονή των εμπορικών πλοίων ορίζονται δια Β.Δ/των, εκδιδομένων τη προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, εις κατεπειγούσας δε περιστάσεις δι’ Υπουργικής διαταγής, εκδιδομένης πάντοτε μετά γνωμοδότησιν του Υπουργικού Συμβουλίου και δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Τα ρηθέντα Δ/τα και αι Υπουργικαί διατάξεις τοιχοκολλώνται εις όλα τα καταστήματα των λιμενικών Αρχών και κοινοποιούνται εις τους προξένους των ξένων Πολιτειών εις τας ναυτικάς πόλεις. Άρθρ.3.-Οι σηματοφόροι και οι σηματοτηλέγραφοι, ως και τα εις την τοπικήν υπηρεσίαν διατελούντα πολεμικά πλοία, οφείλουν συμφώνως προς τα διεθνή ναυτικά έθιμα, να ειδοποιούν δια σημάτων τα εμπορικά πλοία όπως απομακρύνωνται από τα μέρη εκείνα δι’ α υφίσταται η απαγόρευσις διαβάσεως ή διαμονής. Άρθρ.4.-Ο επί των Ναυτικών Υπουργός δύναται, εν περιπτώσει ανεγνωρισμένης ανάγκης, να χορηγήση εις εμπορικά πλοία, εθνικά ή ξένα, ειδικάς αδείας διάπλου ή διαμονής. Επίσης δύναται να μεταβιβάση το δικαίωμα τούτο εις τον αρμόδιον αρχηγόν της ναυτικής δυνάμεως ή της οχυράς ναυτικής θέσεως, οσάκις πρόκειται περί κατεπειγουσών περιστάσεων. (Αντί για τις σελ. 121-134) Σελ. 121(α) Τεύχος 1276-Σελ. 93 Αστυνομία Εμπορικής Ναυτιλίας 19.Β.α.1-3 Άρθρ.5.-Εάν πλοίον εμπορικόν προτίθεται να διέλθη δι’ εκτάσεως εν η έχει απαγορευθή, συμφώνως προς τον παρόντα Νόμον, η ελευθέρα διάβασις, το μάλλον εγγύς ευρισκόμενον φρούριον, οχύρωμα, ή πολεμικόν πλοίον οφείλει να διατάξη αυτό όπως απομακρυνθή. Η διαταγή αύτη δίδεται βαλλομένης ασφαίρου βολής πυροβόλου. Μετά παρέλευσιν δύο λεπτών από της ούτω δοθείσης διαταγής, εάν αύτη ουδέν επέφερεν αποτέλεσμα, ή και προ της παρελεύσεως αυτών, εάν η ανάγκη το επιβάλη, επαναλαμβάνεται η διαταγή δι’ ενσφαίρου βολής, βαλλομένης προς πρώραν, άνευ προθέσεως επιτυχίας. Εάν και μετά την δευτέραν διαταγήν το πλοίον δεν κρατήση, επιτρέπεται να γίνη χρήσις βίας εναντίον αυτού. Άρθρ.6.-Απόκειται εις την εξουσίαν της στρατιωτικής ή ναυτικής Αρχής να πέμψη επί του εμπορικού πλοίου όπερ παρέβη ή επεχείρησε να παραβή την υφισταμένην απαγόρευσιν αξιωματικόν ή άλλον δημόσιον υπάλληλον, ίνα εξακριβωθή η ταυτότης του πλοίου και ανερευθώσιν οι υπαίτιοι. Ο δια τοιαύτης αποστολής επιφορτισθείς αξιωματικός ή υπάλληλος έχει δικαιοδοσίαν ανακριτικού υπαλλήλου, ενεργών εν ανάγκη άνευ συμπράξεως γραμματέως. Εάν ειδικαί περιστάσεις το απαιτήσωσι, δύναται το εις τοιούτον πταίσμα υποπεσόν πλοίον να οδηγηθή, μετά του επιβαίνοντος προσωπικού, εις λιμένα τινά του Κράτους και να τεθή εκεί εις την διάθεσιν της ανακριτικής Αρχής. Άρθρ.7.-Πάσα παράβασις ή απόπειρα παραβάσεως των κατά τον παρόντα Νόμον απαγορεύσεων, τιμωρείται, εάν δεν συντρέχη δεινότερον ποινικόν αδίκημα, δια χρηματικής ποινής δραχμών εκατόν έως δύο χιλιάδων, επιβαλλομένης κατά του πλοιάρχου. Εάν παρέστη ανάγκη προσφυγής εις την βίαν, η επιβαλλομένη χρηματική ποινή δεν δύναται να είναι μικροτέρα των χιλίων δραχμών και επί πλέον προστίθεται πάντοτε εις αυτήν η ποινή της φυλακίσεως ενός μηνός έως ενός έτους, κατά του πλοιάρχου. Άρθρ.8.-Εν καιρώ επιστρατεύσεως και εφ’ όσον διαρκεί αύτη, αι υπό του προηγουμένου άρθρου οριζόμεναι ποιναί επιβάλλονται υπό του εν Πειραιεί εδρεύοντος διαρκούς ναυτοδικείου, εισαγομένων των υποθέσεων δι’ απ’ ευθείας κλήσεως, εντολή του Υπουργού των Ναυτικών, κατά τα άρθρ. 100 επ. και 148 του στρατιωτικού ποινικού Νόμου. Κατά των εκδιδομένων αποφάσεων δεν επιτρέπεται αναθεώρησις ή αναίρεσις. Άρθρ.9.-Εν καιρώ επιστρατεύσεως και εφ’ όσον διαρκεί αύτη, αι υπό ελληνικών ή ξένων εμπορικών πλοίων παραβάσεις των επί τη προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου εκδεδομένων Β.Δ/των περί της εις λιμένας ή θαλάσσας ελληνικής αστυνομίας τιμωρούνται και εκδικάζονται κατά τον παρόντα Νόμον και κατά τας υπό τούτου οριζομένας ποινάς. Σελ. 122(α) Τεύχος 1276-Σελ. 94

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.