📄 Κείμενο νόμου
13. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ. 71 της 23 Μαρτ. 1953 Παρέχονται οδηγίαι 1)σχετικώς με τη παροχήν εργασίας υπό προσώπων ηλαττωμένης της προς εργασίαν ικανότητος, 2)ως προς τον καθορισμόν του χρόνου επελεύσεως της αναπηρίας. Σελ. 280 Παρουσιάζονται εν τη πράξει, περιπτώσεις καθ’ ας διαπιστούται ότι αιτούμενον την αναγνώρισιν ασφαλιστικής παροχής πρόσωπον παρέσχεσεν εργασίαν με ηλαττωμένην την προς εργασίαν ικανότητα του, πλείστα δε αφ’ ετέρου ζητήματα δημιουργούνται εν σχέσει με τον προσδιορισμόν του χρόνου επελεύσεως αναπηρίας, όταν αύτη ανατρέχει εις προ του χρόνου υποβολής της αιτήσεως περί συνταξιοδοτήσεως περίοδον. Περί εκατέρου των ανωτέρω θεμάτων γνωρίζομεν υμίν τα κάτωθι: Εκ του όλου πνεύματος της ασφαλιστικής ημών νομοθεσίας προκύπτει, ότι δια την υπαγωγήν προσώπου εις την ασφαλιστικήν δεν απαιτείται πλήρης ικανότης αυτού προς εργασίαν. Ο Α.Ν. 1846/51 εξ’ άλλου εν άρθρ. 28 παρ. 1 αίρων τας ως εκ της διατυπώσεως του άρθρ. 40 παρ. 1 του καταργηθέντος Ν. 6298/51 προκυψάσας σχετικώς με το πραγματευόμενον θέμα αμφισβητήσεις, περί ων η και η υπ’ αριθ. 40/44 εγκύκλιος, δια την αναγνώρισιν συντάξεως λόγω αναπηρίας ή επιδόματος αναπροσαρμογής απαιτεί, όπως κατά την υποβολήν της αιτήσεως αφ’ ενός μεν ο ησφαλισμένος να έχη καταστή ανάπηρος, αφ’ ετέρου δε να έχη πραγματοποιήση εις τη ασφάλισιν ωρισμένον αριθμόν ημερών εργασίας. Αφ’ ης πληρωθούν αι ανωτέρω προϋποθέσεις, θεμελιούται και η δια την παροχήν αξίωσις του ησφαλισμένου. Εύλογον βεβαίως τυγχάνει επί συνήθων περιπτώσεων, η πρώτη των ανωτέρω τούτων προϋποθέσεων να έπεται της δευτέρας, δεδομένου ότι η αναπηρία προϋποθέτει αδυναμίαν εργασίας, δι’ ο και από ασφαλιστικής απόψεως η έννοια της αναπηρίας δεν συνίσταται δια της εκδηλώσεως και μόνον της παθήσεως ή της βλάβης, αλλά δια της διακοπής παρά του ησφαλισμένου συνεπείας ταύτης και της εργασίας του, αφ’ ης γεννάται και η προς παροχήν αξίωσίς του, δεν αποκλείεται όμως εν δεδομένη περιπτώσει, ανάπηρος υπερεντείνων τας δυνάμεις του να εργασθή και ως εκ τούτου μεταγενεστέρως να πληρωθούν αι υπό του Νόμου τασσόμεναι χρονικαί προϋποθέσεις. Εφ’ όσον δε ο Νόμος δεν υποχρεώνει τον καταστάντα ανάπηρον ναι αιτήσηται σύνταξιν ευθύς άμα τη επελεύσει εξ άλλου την παρ’ αναπήρων παροχήν εργασίας, εύλογον είναι, όπως και αι ούτω πραγματοποιηθείσαι παρ’ αυτού ημέραι εργασίας ληφθούν υπ’ όψιν, κατά την κρίσιν των ασφαλιστικών οργάνων, δια την έρευναν περί της συνδρομής των προϋποθέσεων προς αναγνώρισιν αιτουμένης συντάξεως. Εν τούτοις επί τοιούτων περιπτώσεων εφιστάται η προσοχή αφ’ ενός μεν των Υγειονομικών Επιτροπών, καθ’ όσον η υπό αναπήρου παροχή εργασίας δέον ν’ αποτελή ουσιώδες στοιχείον δια την περί της αναπηρίας κρίσιν των, αφ’ ετέρου δε των διοικητικών οργάνων, παρ’ ων δέον να εξακριβούται, εάν πρόκειται πράγματι περί παροχής εργασίας ή περί πλασματικής τοιαύτης, ώστε να αποκλει15Β.Ζ.α.13 Σύνταξη 15Β.Ζ.α.13 Συντάξεις σθή ενδεχόμενος κίνδυνος καταστρατηγήσεων των σχετικών διατάξεων του Νόμου. Γενικώτερον, όσον αφορά τον προσδιορισμόν του χρόνου επελεύσεως αναπηρίας, και εφ' όσον ουδείς λόγος υπαγορεύει αντίθετον ενέργειαν, τα υγειονομικά όργανα δέον να γνωματεύουν περί της κατά της κατά τον χρόνον υποβολής της αιτήσεως αναπηρίας του ησφαλισμένου, να επιδιώκουν δε την εις προγενέστερον ενδεχομένως χρόνον αναδρομήν ταύτης μόνον εις ας περιπτώσεις τούτο είναι ασφαλιστικώς απαραίτητον. Ως τυγχάνει γνωστόν, αι κατά το παρελθόν παρασχεθείσαι οδηγίαι περί αναδρομικού καθορισμού του χρόνου επελεύσεως της αναπηρίας, υπηγορεύθησαν κατ' αρχήν, οσάκις το συμφέρον του ησφαλισμένου επέβαλε τούτο. Ούτως ενδείκνυται η προ του χρόνου υποβολής της αιτήσεως αναδρομή της αναπηρίας προκειμένου π.χ. να κριθή ή κατά την διάταξιν του άρθρ. 28 παρ. 1 εδ. β' του Α.Ν. 1846/51 εξάμηνος διάρκεια της αναπηρίας δια τον χαρακτηρισμόν του ησφαλισμένου ως αναπήρου, ή να καθορισθούν τα κριτήρια περί του εφαρμοστέου νόμου, οσάκις ο ησφαλισμένος δεν πληροί τας υπό του Α.Ν. 1846/51, υπό το κράτος του οποίου υποβάλλει την προς αναγνώρισιν της παροχής αίτησίν του τασσομένας προϋποθέσεις, πληροί όμως τας υπό του Ν. 6298/34 καθοριζομένας τοιαύτας, οπότε θέλει εφαρμοσθή ο νόμος ούτος δικαιολογουμένης έκτοτε της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, κατά τα εν εγκ. 55/52 ειδικώτερον οριζόμενα. Συνήθεις εξ άλλου τυγχάνουν αι περιπτώσεις, καθ' ας μόνον από της αναδρομικώς προσδιοριζομένης αναπηρίας του αιτούντος σύνταξιν ησφαλισμένου πληρούνται αι υπό του άρθρ. 28 παρ. 1 εδ. β' του Α.Ν. 1846/51 τασσόμεναι χρονικαί προϋποθέσεις κ.ο.κ. Επί των ανωτέρω ενδεικτικώς αναφερομένων περιπτώσεων δέον να συντονίζωνται αι ενέργειαι των ασφαλιστικών οργάνων με τας των υγειονομικών Επιτροπών, ώστε ο παρά τούτων προσδιορισμός του χρόνου επελεύσεως αναπηρίας προ του χρόνου υποβολής της προς αναγνώρισιν της παροχής αιτήσεως να περιορίζεται μόνον, όσον τούτο καθίσταται απαραίτητον. Συμφώνως προς τας ανωτέρω παρεχομένας οδηγίας δέον να προσαρμοσθούν και πάσαι του λοιπού υμέτεραι σχετικαί ενέργειαι.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.