Εν συντομία
Αυτός ο νόμος επιτρέπει σε ορισμένους ασφαλισμένους να αναγνωρίσουν τον χρόνο εκτόπισης ή φυλάκισής τους ως συντάξιμο, καταβάλλοντας τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές. Ρυθμίζει επίσης συναφή θέματα, όπως η διακοπή εργασίας λόγω απαγόρευσης λειτουργίας επιχειρήσεων.
Τι ρυθμίζει
- Την αναγνώριση του χρόνου εκτόπισης ή φυλάκισης ως συντάξιμου.
- Την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών για τον αναγνωριζόμενο χρόνο.
- Την αναγνώριση χρόνου διακοπής ασφαλιστέας απασχόλησης λόγω απαγόρευσης λειτουργίας επιχειρήσεων.
- Τις προθεσμίες υποβολής αιτήσεων και τον τρόπο εξόφλησης των εισφορών.
Ποιον αφορά
- Ασφαλισμένους των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, που εκτοπίστηκαν ή φυλακίστηκαν μεταξύ 21.4.1967 και 24.7.1974.
- Ασφαλισμένους των ίδιων οργανισμών των οποίων η ασφαλιστέα απασχόληση διακόπηκε λόγω απαγόρευσης λειτουργίας των επιχειρήσεων όπου εργάζονταν.
Βασικά σημεία
- Ο χρόνος εκτόπισης ή φυλάκισης αναγνωρίζεται ως συντάξιμος με αίτηση και καταβολή εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη.
- Οι εισφορές υπολογίζονται με βάση τις αποδοχές του τελευταίου μήνα ενεργού απασχόλησης πριν την εκτόπιση ή φυλάκιση.
- Οι εισφορές για την εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου στους φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης μισθωτών υπολογίζονται στις αποδοχές του τελευταίου πριν από την υποβολή της αίτησης μήνα απασχόλησης, που δεν μπορεί να είναι μικρότερες του 25πλάσιου του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη.
- Οι εισφορές μπορούν να εξοφληθούν σε 24 μηνιαίες δόσεις, με κάθε δόση να μην υπολείπεται των 200 δραχμών. Για ασφαλισμένους του Τ.Ε.Β.Ε., οι δόσεις μπορούν να είναι 36.
📄 Κείμενο νόμου
59. ΝΟΜΟΘΕΤ.ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 172 της 16/18 Νοεμ. 1974 (ΦΕΚ Α΄ 345) Περί αναγνωρίσεως ως συνταξίμου του χρόνου εκτοπίσεως και φυλακίσεως ενίων ησφαλισμένων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων. Άρθρ.1.-1.Ησφαλισμένοι των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, εκτοπισθέντες κατά το από 21.4.1967 μέχρι της 24.7.1974 χρονικόν διάστημα ή φυλακισθέντες κατά τούτο επί τινι των εν τω Π.Δ. 519/1974 «περί χορηγήσεως αμνηστίας» αναφερομένων αδικημάτων, δύνανται τη αιτήσει των ν’ αναγνωρίσουν ως συντάξιμον τον χρόνον της εκτοπίσεως ή φυλακίσεώς των επί τη υπό τούτων καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών ησφαλισμένων και εργοδότου του αντιστοίχου χρόνου, υπολογιζομένων επί των αποδοχών του τελευταίου προ της εκτοπίσεως ή φυλακίσεως αυτών μηνός ενεργού απασχολήσεώς των. «Αι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου εφαρμόζονται αναλόγως και επί ησφαλισμένων των αυτών οργανισμών ως προς τον χρόνον διακοπής της ασφαλιστέας απασχολήσεώς των συνεπεία απαγορεύσεως της λειτουργίας των επιχειρήσεων εις ας ειργάζοντο, δυνάμει διαταγής, της Στρατιωτικής Σελ. 18,0042(ζ) Τεύχος 1298-Σελ. 12 Αρχής παραταθείσης εν συνεχεία και ακυρωθείσης της διαταγής παρατάσεως υπό του Συμβουλίου της Επικρατείας, απαλλασσομένων των ησφαλισμένων και εργοδοτών εκ της υποχρεώσεως καταβολής των αναλογουσών δια το χρονικόν διάστημα της διακοπής, ασφαλιστικών εισφορών». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 7 Νόμ. 38/1975 (κατωτ. αριθ. 61). 2.Η αίτησις υποβάλλεται εις τον Οργανισμόν εις τον οποίον ησφαλίζετο ο αιτών κατά τον χρόνον της εκτοπίσεως ή φυλακίσεώς του εντός προθεσμίας ενός έτους από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος. Η άνω προθεσμία παρατάθηκε μέχρι 31 Μαΐου 1980 (άρθρ. 32 Νόμ. 1027/1980, ΦΕΚ Α΄ 49) τόμ. 39 σελ. 180,16. Η άνω προθεσμία, που είχε παραταθεί και από την παρ. 2 άρθρ. 14 Νόμ. 1276/1982, την παρ. 1 άρθρ. 27 Νόμ. 1469/1984 (κατωτ. αριθ. 86) και το άρθρ. 27 Νόμ. 1654/1986 παρατάθηκε και πάλι για δύο (2) ακόμη χρόνια από την παρ. 10 άρθρ. 2 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (κατωτ. σελ. 70,866). Επίσης με το άρθρ. 14 Νόμ. 2217/31-31 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄ 83), Τόμ. 39 σελ. 180,28, παρατάθηκε η άνω προθεσμία για δύο ακόμη χρόνια από την ισχύ του νόμου και ορίστηκε, ότι οι εισφορές για την εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου στους φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης μισθωτών υπολογίζονται στις αποδοχές του τελευταίου πριν από την υποβολή της αίτησης μήνα απασχόλησης, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερες του 25πλάσιου του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως έχει διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, επί το ασφάλιστρο του κλάδου σύνταξης, που ισχύει κατά την ημερομηνία αυτή. Επίσης η άνω προθεσμία παρατάθηκε για ένα ακόμη (1) έτος από την παρ. 3 άρθρ. 73 Νόμ. 2676/4-5 Ιαν. 1999 (ΦΕΚ Α΄ 1), κατωτ. αριθ. 128. 15Β.ΑΑ.α.58-59 Οργανισμοί Κοινωνικής ασφαλίσεως 76 3.Ο κατά τα ανωτέρω αναγνωριζόμενος χρόνος λογίζεται ως συντάξιμος μόνον εφ’ όσον καταβληθούν εξ ολοκλήρου αι εισφοραί, αίτινες δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού δύναται να εξοφληθούν εις 24 μηνιαίας δόσεις, του ποσού πάντως εκάστης δόσεως μη δυναμένου να υπολείπεται των 200 δραχμών. 4.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών θέλουν καθορισθή ο χρόνος και τρόπος της δια δόσεων καταβολής προς εξόφλησιν της κατά τα ανωτέρω οφειλής προς εξαγοράν του συνταξίμου χρόνου ως και πάσα αναγκαία δια την εφαρμογήν του παρόντος λεπτομέρεια. Με την παρ. 5 άρθρ. 5 Νόμ. 1027/20-26 Φεβρ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 49), (τόμ. 39, σελ. 180,16) ορίζεται ότι: «Ησφαλισμένοι του Τ.Ε.Β.Ε. δικαιούμενοι να αναγνωρίσουν ως συντάξιμον χρόνον εκτοπίσεως ή φυλακίσεως κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 172/1974, δύναται να εξοφλήσουν το ποσόν της εξαγοράς του ανωτέρω χρόνου δια 36 ισοπόσων μηνιαίων δόσεων της πρώτης καταβαλλομένης από της πρώτης του μεθεπομένου της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου μηνός». Για αυτούς που απόχτησαν την ιδιότητα του ασφαλισμένου μετά την επάνοδό τους από την εκτόπιση ή αποφυλάκιση βλ. άρθρ. 14 Νόμ. 1276/1982 (ΦΕΚ Α΄ 100) (κατωτ. αριθ. 80). Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 10 άρθρ. 2 Νόμ. 1759 /1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (κατωτ. σελ. 70,866) οι διατάξεις του άνω άρθρ. 1 ισχύουν και στους ασφαλισμένους των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης που απέκτησαν την ιδιότητα του ασφαλισμένου μετά την 24 Αυγ. 1984. Άρθρ.2.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.