Judgment M.P. and Others v. Greece - Domestic courts must examine the appropriateness of hearing the child before ruling on his or her return to a parent in child abduction cases (

2025-09-09T00:00:00
De la Greffière de la Cour   CEDH 204 (2025)   09.09.2025   Σε υποθέσεις απαγωγής παιδιών, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να   εξετάζουν αυτεπαγγέλτως την σκοπιμότητα της ακρόασης των παιδιών πριν   διατάξουν την επιστροφή τους σε έναν από τους γονείς τους   Η υπόθεση M.P. και άλλοι κατά Ελλάδας (προσφυγή υπ’ αριθ. 2068/24) αφορά μία μητέρα και τα   δύο παιδιά της, οι οποίοι παραπονούνται για την επιστροφή των τελευταίων στον πατέρα τους στις   Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ), διαταχθείσα από τα ελληνικά δικαστήρια στο πλαίσιο της   διαδικασίας διεθνούς απαγωγής παιδιών.   Στην σημερινή απόφασή του1, με πλειοψηφία πέντε ψήφων έναντι δύο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο   Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 (δικαίωμα σεβασμού της   ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.   Το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα ελληνικά δικαστήρια εκτίμησαν την κατάσταση χωρίς να εξετάσουν   την σκοπιμότητα της λήψης της γνώμης των παιδιών, παρά το ότι η γνώμη αυτή αποτελούσε   καθοριστικό στοιχείο. Κατά συνέπεια, έκρινε ότι τα ελληνικά δικαστήρια, μη έχοντας πλήρη γνώση   των περιστάσεων, δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσουν αν υπήρχε « σοβαρός κίνδυνος », κατά την   έννοια του άρθρου 13 στοιχείο (β) της Σύμβασης της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τα αστικά   θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών (« Σύμβαση της Χάγης ») και ότι η διαδικασία λήψης   αποφάσεων στο εσωτερικό δίκαιο δεν πληρούσε τις διαδικαστικές απαιτήσεις του άρθρου 8 της   Σύμβασης. Επομένως, η αναγκαστική επιστροφή των δύο παιδιών στις ΗΠΑ δεν θα μπορούσε να   θεωρηθεί αναγκαία επέμβαση σε μια δημοκρατική κοινωνία.   Πρόκειται για την πρώτη υπόθεση απαγωγής παιδιών στην οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εθνικά   δικαστήρια υποχρεούνται να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως και να κρίνουν αιτιολογημένα την   σκοπιμότητα της ακρόασης – είτε άμεσα είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο – των παιδιών.   Κυριότερα πραγματικά περιστατικά   Προσφεύγοντες είναι μία μητέρα (M.P., γεννημένη το 1981) και τα δύο παιδιά της (I.R.A., γεννημένος   το 2016, και E.A.A., γεννημένη το 2018), όλοι τους Έλληνες και Αμερικανοί πολίτες.   Το 2015 η M.P. μετέβη στις ΗΠΑ όπου από το 2016 ξεκίνησε να εργάζεται σε παιδικό σταθμό στο   Χιούστον (Τέξας). Την ίδια χρονιά, συνήψε γάμο με τον G.A., Έλληνα και Αμερικανό πολίτη, τον οποίο   είχε γνωρίσει το 2014. Το ζευγάρι έζησε αρχικά στο Χιούστον, όπου γεννήθηκε ο I.R.A., και στη   συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Φλόριντα, όπου γεννήθηκε η E.A.A. Μεταξύ 2018 και 2020, το ζευγάρι   βίωσε περιόδους συγκρούσεων.   Το 2020 η M.P. και τα δύο παιδιά της ταξίδεψαν στη Ρόδο (Ελλάδα) λαμβάνοντας προηγουμένως τη   συναίνεση του πατέρα, η οποία δόθηκε ενώπιον συμβολαιογράφου. Η σχετική συναίνεση είχε δοθεί   για παραμονή των δυο παιδιών στη Ρόδο μέχρι τις 4 Φεβρουαρίου 2021.   1 Σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 44 της Σύμβασης, η απόφαση του Τμήματος δεν είναι οριστική. Κατά τη διάρκεια της τρίμηνης προθεσμίας   που ακολουθεί την έκδοσή της, κάθε διάδικος μπορεί να ζητήσει την παραπομπή της υπόθεσης στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του   Δικαστηρίου. Εάν υποβληθεί τέτοιο αίτημα, πενταμελής σύνθεση δικαστών εξετάζει αν η υπόθεση χρήζει περαιτέρω εξέτασης. Σε αυτή την   περίπτωση, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης θα εκδικάσει την υπόθεση και θα εκδώσει οριστική απόφαση. Εάν το αίτημα παραπομπής   απορριφθεί, η απόφαση του Τμήματος θα καταστεί οριστική την ίδια ημέρα.   Μόλις μια απόφαση καταστεί οριστική, διαβιβάζεται στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εποπτεία της   εκτέλεσής της. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία εκτέλεσης μπορείτε να βρείτε εδώ:   www.coe.int/t/dghl/monitoring/execution.   Ενώ η M.P. και τα παιδιά βρίσκονταν στη Ρόδο, η αεροπορική εταιρεία τους ενημέρωσε ότι η πτήση   τους είχε αλλάξει, λόγω της πανδημίας του Covid-19, και ότι ο νέος προορισμός επιστροφής ήταν το   Μαϊάμι. Η M.P. ενημέρωσε τον σύζυγό της για την ταλαιπωρία, που συνεπάγετο το νέο δρομολόγιο,   και για την πρόθεσή της να επιστρέψει με τα παιδιά στη Φλόριντα τον Μάιο του 2021.   Ακολούθως, η M.P. μερίμνησε για την εγγραφή των παιδιών σε σχολείο του νησιού καθώς και για   την ασφάλισή τους στον ΕΦΚΑ ενώ τον Μάρτιο του 2021 ξεκίνησε να εργάζεται στη Ρόδο ως   ψυχολόγος και δεν επέστρεψε στις ΗΠΑ.   Κατόπιν αυτών, ο G.A. προσέφυγε στα ελληνικά δικαστήρια προκειμένου να επιτύχει την επιστροφή   των παιδιών στις ΗΠΑ.   Τον Μάιο του 2022 το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου έκρινε ότι η επιστροφή των παιδιών στις ΗΠΑ   ενείχε σοβαρό κίνδυνο έκθεσής τους σε ψυχική δοκιμασία και σε αφόρητη κατάσταση επειδή,   μεταξύ άλλων, φοιτούσαν σε σχολείο και είχαν προσαρμοστεί στο νέο τους περιβάλλον στη Ρόδο.   Επιπλέον, το Πρωτοδικείο επεσήμανε ότι ο G.A. εργαζόταν πολλές ώρες, χωρίς δυνατότητα   υποστήριξης από συγγενικό, φιλικό ή κοινωνικό περιβάλλον για την καθημερινή φροντίδα των δύο   παιδιών.   Ο G.A. άσκησε έφεση. Τον Δεκέμβριο του 2022 το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου ανέτρεψε την   απόφαση του Πρωτοδικείου, διατάσσοντας την επιστροφή των παιδιών στον G.A. στις ΗΠΑ. Το   Εφετείο έκρινε ότι η προσαρμογή των δύο παιδιών στη Ρόδο δεν αρκούσε προκειμένου να θεωρηθεί   ότι η επιστροφή τους στον τόπο της συνήθους διαμονής θα ισοδυναμούσε με δοκιμασία ή με   αφόρητη κατάσταση. Τον Δεκέμβριο του 2023 ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την απόφαση του   Εφετείου.   Εν τω μεταξύ, κατόπιν αιτήσεως του G.A., τα Αμερικανικά δικαστήρια έλυσαν τον Σεπτέμβριο του   2022 τον γάμο του με την M.P.   Τα παιδιά επέστρεψαν στον πατέρα τους στις ΗΠΑ τον Δεκέμβριο του 2024. Η M.P. διαμένει στη   Ρόδο.   Αιτιάσεις, διαδικασία και σύνθεση του Δικαστηρίου   Υπό το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) της Σύμβασης, οι   προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι τα ελληνικά δικαστήρια δεν εξέτασαν επαρκώς την προβαλλόμενη   ύπαρξη σοβαρού κινδύνου για τα παιδιά σε περίπτωση επιστροφής τους στις ΗΠΑ. Παραπονούνται   επίσης για την έλλειψη ακρόασης των τελευταίων από τα ελληνικά δικαστήρια.   Η προσφυγή κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 19 Ιανουαρίου   2024 από την M.P. στο όνομά της καθώς και για λογαριασμό των δύο παιδιών της.   Ο G.A., πατέρας των δύο παιδιών, έλαβε άδεια από τον Πρόεδρο του Τμήματος να παρέμβει στη   διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.   Η απόφαση εκδόθηκε από Τμήμα επτά Δικαστών, το οποίο αποτελούνταν από τους ακόλουθους:   Peeter Roosma (Εσθονία), Πρόεδρος,   Ιωάννης Κτιστάκις (Ελλάδα),   Lətif Hüseynov (Αζερμπαϊτζάν),   Diana Kovatcheva (Βουλγαρία),   Mateja Đurović (Σερβία),   Canòlic Mingorance Cairat (Ανδόρα),   Vasilka Sancin (Σλοβενία),   καθώς και Olga Chernishova, αναπληρωτής Γραμματέας Τμήματος.   2 Απόφαση του Δικαστηρίου   Άρθρο 8   Η επιστροφή των δύο παιδιών, η οποία διατάχθηκε από τα ελληνικά δικαστήρια, συνιστά επέμβαση   στο δικαίωμα των προσφευγόντων στον σεβασμό της οικογενειακής τους ζωής. Η επέμβαση αυτή   ερείδεται στη Σύμβαση της Χάγης – η οποία ενσωματώθηκε στο Ελληνικό δίκαιο με τον Nόμο   2102/1992 – και ως σκοπό είχε την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των δύο   παιδιών.   Όσον αφορά την αναγκαιότητα της επέμβασης σε μια δημοκρατική κοινωνία, το Δικαστήριο εκτιμά   ότι το κύριο ζήτημα που τίθεται είναι εάν η λήψη απόφασης από τα εθνικά όργανα βασίστηκε στο   υπέρτατο συμφέρον των παιδιών και, ιδίως, αν απέκλειε κάθε « σοβαρό κίνδυνο » για αυτά, κατά   την έννοια του άρθρου 13 στοιχείο (β) της Σύμβασης της Χάγης.   Το Δικαστήριο διαπιστώνει, καταρχάς, ότι τα εθνικά δικαστήρια έλαβαν υπόψη όλα τα στοιχεία που   προσκόμισαν οι προσφεύγοντες, συμπεριλαμβανομένων των ενόρκων καταθέσεων και των   ψυχολογικών εκθέσεων επί της κατάστασης των παιδιών, και ότι, επιπλέον, εξέτασαν μάρτυρες.   Σημειώνει, εν προκειμένω, ότι οι προσφεύγοντες δεν παραπονούνται ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν   έλαβαν υπόψη υποβληθέντα στοιχεία.   Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί μη ακρόασης των παιδιών, το Δικαστήριο παρατηρεί, υπό το πρίσμα   της νομολογίας του σχετικά με τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 8 της Σύμβασης σε   υποθέσεις απαγωγής παιδιών, ότι μέχρι στιγμής δεν έχει αναγνωρίσει, με τρόπο σαφή, την θετική   υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως την σκοπιμότητα της ακρόασης   των παιδιών, στο πλαίσιο διαδικασιών που αφορούν τα δικαιώματά τους.   Λαμβανομένων, ωστόσο, υπόψη των σχετικών διεθνών κειμένων, ιδίως της πρόσφατης Σύστασης   CM/Rec(2025)4 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη-μέλη, το   Δικαστήριο διαπιστώνει την ύπαρξη συναίνεσης μεταξύ των κρατών-μελών ως προς την υποχρέωση   παροχής στα παιδιά μιας πραγματικής και ουσιαστικής δυνατότητας να εκφράσουν την γνώμη τους,   είτε άμεσα, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, μέσω μηχανισμών και διαδικασιών κατάλληλων για   τα παιδιά.   Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι συνθήκες έχουν πλέον διαμορφωθεί ώστε τα εθνικά   όργανα να υπέχουν την υποχρέωση να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως και να κρίνουν αιτιολογημένα την   σκοπιμότητα να ακούσουν, είτε άμεσα είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τα παιδιά.   Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει, καταρχάς, ότι οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν   ότι η ακρόαση των δύο παιδιών ήταν απαραίτητη για να εξακριβωθεί αν συντρέχει κάποια από τις   εξαιρέσεις στην επιστροφή τους όπως αυτές προβλέπονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο (β)   της Σύμβασης της Χάγης.   Στη συνέχεια, σημειώνει ότι η επιστροφή των παιδιών στις ΗΠΑ από τη Ρόδο – όπου είχε   εγκατασταθεί η μητέρα τους και όπου ζούσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους και των δύο γονέων   τους – ήταν πιθανό να επιφέρει σημαντικές αλλαγές στη ζωή τους.   Κατά συνέπεια, και με δεδομένες τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, ήτοι, αφενός, τις   αντίθετες αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων (Πρωτοδικείου και Εφετείου) σχετικά με την   επιστροφή των δύο παιδιών και, αφετέρου, τη σημαντική αλλαγή που θα επέφερε στις συνθήκες   διαβίωσής τους η επιστροφή τους στις ΗΠΑ, το Δικαστήριο εκτιμά ότι τα εθνικά δικαστήρια όφειλαν,   βάσει της υποχρέωσής τους να ενεργούν με γνώμονα το υπέρτατο συμφέρον των παιδιών, να   εξετάσουν την σκοπιμότητα της ακρόασής τους, και αυτό ανεξάρτητα από το αν οι προσφεύγοντες   είχαν υποβάλει ρητό αίτημα προς τούτο.   Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση, τα εθνικά δικαστήρια εκτίμησαν την κατάσταση χωρίς να   εξετάσουν αυτεπαγγέλτως και να κρίνουν αιτιολογημένα την σκοπιμότητα της λήψης της γνώμης –   3 είτε άμεσα είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο – των παιδιών, η οποία, ωστόσο, αποτελούσε   καθοριστικό στοιχείο.   Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν χρησιμοποίησαν όλα τα μέσα   που είχαν στη διάθεσή τους για να αποκλείσουν κάθε « σοβαρό κίνδυνο » κατά την έννοια του   άρθρου 13 στοιχείο (β) της Σύμβασης της Χάγης. Συνεπώς, η διαδικασία λήψης απόφασης από τα   εθνικά όργανα δεν πληρούσε τις διαδικαστικές απαιτήσεις του άρθρου 8 της Σύμβασης και η   αναγκαστική επιστροφή των δύο παιδιών στις ΗΠΑ δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αναγκαία   επέμβαση σε μια δημοκρατική κοινωνία. Επομένως, συντρέχει εν προκειμένω παραβίαση του   άρθρου 8 της Σύμβασης.   Δίκαιη ικανοποίηση (Άρθρο 41)   Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελλάδα οφείλει να καταβάλει 7.500 ευρώ στους προσφεύγοντες από   κοινού για ηθική βλάβη και 4.200 ευρώ στην M.P. για έξοδα και δαπάνες.   Κοινή μειοψηφούσα γνώμη   Οι Δικαστές Roosma και Hüseynov εξέφρασαν κοινή μειοψηφούσα γνώμη η οποία επισυνάπτεται   στην απόφαση.   Η απόφαση είναι διαθέσιμη μόνο στη γαλλική γλώσσα.   Rédigé par le greffe, le présent communiqué ne lie pas la Cour. Les décisions et arrêts rendus par la   Cour, ainsi que des informations complémentaires au sujet de celle-ci, peuvent être obtenus sur   www.echr.coe.int.   Suivez la Cour sur Bluesky @echr.coe.int, X ECHR_CEDH, LinkedIn, et YouTube.   Contactez ECHRPress pour vous abonner aux communiqués de presse.   Où trouver les communiqués de presse ? HUDOC - Recueil des communiqués de presse   Contacts pour la presse   [email protected]e.int | tel: +33 3 90 21 42 08   Les demandes des journalistes peuvent être formulées auprès de l’Unité de la presse par courriel ou   téléphone.   Inci Ertekin (tel : + 33 3 90 21 55 30)   Tracey Turner-Tretz (tel : + 33 3 88 41 35 30)   Denis Lambert (tel : + 33 3 90 21 41 09)   Jane Swift (tel : + 33 3 88 41 29 04)   La Cour européenne des droits de l’homme a été créée à Strasbourg par les États membres du Conseil   de l’Europe en 1959 pour connaître des allégations de violation de la Convention européenne des   droits de l’homme de 1950.   4