Judgment Tsatani v. Greece - Lack of guarantee of impartiality in disciplinary proceedings brought by the President of the Court of Cassation against a prosecutor (Greek translatio
2025-10-14T00:00:00
issued by the Registrar of the Court
ECHR 236(2025)
14.10.2025
²
Έλλειψη εγγυήσεων αμεροληψίας σε πειθαρχική διαδικασία στην οποία η
Πρόεδρος του Αρείου Πάγου άσκησε πειθαρχική αγωγή κατά Εισαγγελέα
Στην σημερινή απόφαση1 Τσατάνη κατά Ελλάδας (προσφυγή υπ’ αριθ. 42514/16) το Ευρωπαϊκό
Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έκρινε με πλειοψηφία 6 προς 1, ότι υπήρξε:
παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων
του Ανθρώπου
Η υπόθεση αφορούσε πειθαρχική διαδικασία που κινήθηκε κατά της Γεωργίας Τσατάνη, εισαγγελέως
στο Εφετείο Αθηνών, από την πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Β.Θ., μετά την διεξαγωγή προκαταρκτικής
πειθαρχικής έρευνας από την τελευταία κατά της προσφεύγουσας αναφορικά με την θέση στο αρχείο
ποινικών ερευνών σε απάτη. Η Τσατάνη ζήτησε την εξαίρεση της Β.Θ., ισχυριζόμενη ότι εκείνη δεν
ήταν αμερόληπτη. Η αίτηση εξαίρεσης απορρίφθηκε και τα Πειθαρχικά Συμβούλια του Αρείου Πάγου
έκριναν την προσφεύγουσα ένοχη βαρείας αμέλειας, επιβάλλοντας στέρηση αποδοχών δύο μηνών.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ανησυχίες της Τσατάνη σχετικά με την αμεροληψία της διαδικασίας
ενώπιων των δικαστηρίων που εξέτασαν την υπόθεσή της δεν ήταν παράλογες, υποκειμενικές ή
αδικαιολόγητες. Ειδικότερα, το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη τον αντίκτυπο ενός
επίσημου δελτίου τύπου που είχε εκδώσει η Β.Θ. και αναφερόταν στην εν εξελίξει προκαταρκτική
έρευνα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το δελτίο τύπου καθαυτό ήταν ασυμβίβαστο με την έννοια του
«ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου», λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου του και του
πλαισίου στο οποίο εκδόθηκε. Εξαιτίας του γεγονότος ότι η Β.Θ. ήταν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου,
είχε ιδιαιτέρως υψηλό κύρος στα αστικά και ποινικά δικαστήρια και ήταν επίσης γνωστή ως πρώην
υπηρεσιακή πρωθυπουργός, θα έπρεπε να είχε διασφαλίσει ότι ενεργούσε - αλλά και ότι φαινόταν
να ενεργεί - αμερόληπτα, δεδομένου ιδίως ότι διενεργούσε πειθαρχική έρευνα και άσκησε
πειθαρχική αγωγή κατά δικαστικού λειτουργού. Λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερο πλαίσιο της
υπόθεσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία δεν πληρούσε τα πρότυπα της Σύμβασης ως προς
την αμεροληψία.
Κυριότερα πραγματικά περιστατικά
Η προσφεύγουσα, Γεωργία Τσατάνη, είναι Ελληνίδα υπήκοος, γεννημένη το 1952 και διαμένουσα
στην Αθήνα. Κατά τον χρόνο των γεγονότων, ήταν εισαγγελέας στο Εφετείο Αθηνών.
Τον Μάρτιο του 2016, η τότε Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, Β.Θ., ξεκίνησε πειθαρχική προκαταρκτική
έρευνα κατά της Τσατάνη λόγω ανησυχιών που εξέφρασαν ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Κύπρου και
ο Γενικός Εισαγγελέας της Κύπρου σχετικά με την απόφασή της να θέσει στο αρχείο ποινική έρευνα
για υπόθεση απάτης στην οποία εμπλέκονταν Έλληνες και Κύπριοι. Η Β.Θ. ζήτησε από την
προσφεύγουσα να υποβάλει γραπτές εξηγήσεις.
1. Σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 44 της Σύμβασης, η απόφαση του Τμήματος δεν είναι οριστική. Κατά τη διάρκεια της τρίμηνης προθεσμίας
που ακολουθεί την έκδοσή της, κάθε διάδικος μπορεί να ζητήσει την παραπομπή της υπόθεσης στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του
Δικαστηρίου. Εάν υποβληθεί τέτοιο αίτημα, πενταμελής σύνθεση δικαστών εξετάζει αν η υπόθεση χρήζει περαιτέρω εξέτασης. Σε αυτή την
περίπτωση, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης θα εκδικάσει την υπόθεση και θα εκδώσει οριστική απόφαση. Εάν το αίτημα παραπομπής
απορριφθεί, η απόφαση του Τμήματος θα καταστεί οριστική την ίδια ημέρα.
Μόλις μια απόφαση καταστεί οριστική, διαβιβάζεται στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εποπτεία της
εκτέλεσής της. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία εκτέλεσης μπορείτε να βρείτε εδώ:
www.coe.int/t/dghl/monitoring/execution.
Η Τσατάνη υπέβαλε στην συνέχεια αναφορά στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταγγέλλοντας
ότι ο αναπληρωτής Υπουργός Δικαιοσύνης είχε αναφερθεί στην εκκρεμή πειθαρχική διαδικασία
εναντίον της σε ομιλία του ενώπιον του Κοινοβουλίου, παρότι η διαδικασία ήταν μυστική.
Υπέβαλε επίσης γραπτές εξηγήσεις στην Β.Θ., καθώς και αίτηση εξαίρεσης, υποστηρίζοντας ότι η Β.Θ.
είχε προηγουμένως εμπλακεί στην υπόθεση και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να είναι αμερόληπτη.
Η Τσατάνη ισχυρίστηκε ότι η Β.Θ. είχε παράσχει στον αναπληρωτή Υπουργό Δικαιοσύνης
εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικά με την εκκρεμή πειθαρχική διαδικασία και, στο πλαίσιο της
προηγούμενης ιδιότητάς της ως υπηρεσιακής Πρωθυπουργού, είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις με
τον εν λόγω Υπουργό, καθώς και με τους Κυπρίους αξιωματούχους, οι οποίοι είχαν επικοινωνήσει με
την Β.Θ. σχετικά με την αρχειοθέτηση της έρευνας. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι η Β.Θ. δεν ήταν
αμερόληπτη διότι είχε απευθύνει ερωτήσεις σε αυτήν και στους μάρτυρες με προκατειλημμένο
τρόπο και δεν της είχε παράσχει τον πλήρη φάκελο.
Μία εβδομάδα αργότερα, η Β.Θ. ανέθεσε την προκαταρκτική έρευνα σε Αντιπρόεδρο του Αρείου
Πάγου, δηλώνοντας ότι η αίτηση εξαίρεσης της Τσατάνη ήταν καταχρηστική, είχε ως σκοπό την
καθυστέρηση της διαδικασίας, και ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ήταν αβάσιμοι. Εξέδωσε, επίσης,
σχετικό επίσημο δελτίο τύπου, αναφερόμενη στην εκκρεμή πειθαρχική διαδικασία, δηλώνοντας ότι
εμπόδιζε «μεγάλα, διαπλεκόμενα συμφέροντα», κατονόμασε την προσφεύγουσα, ενώ δήλωσε ότι η
αίτηση εξαίρεσης της Τσατάνη ήταν αβάσιμη και καταχρηστική.
Σημειώνοντας ότι η Β.Θ. είχε απορρίψει το αίτημα εξαίρεσης ως καταχρηστικό, η Αντιπρόεδρος του
Αρείου Πάγου το απέρριψε λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. Ολοκλήρωσε την προκαταρκτική
έρευνα στις 5 Μαΐου 2016 και πρότεινε, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε η Β.Θ.
και τις έγγραφες εξηγήσεις της προσφεύγουσας στην Β.Θ., να ασκήσει η Β.Θ. πειθαρχική αγωγή κατά
της Τσατάνη.
Τον Ιούνιο του 2016, η Β.Θ. άσκησε πειθαρχική αγωγή κατά της προσφεύγουσας και την παρέπεμψε
στο Επταμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Στην αγωγή, η Β.Θ. ανέφερε ότι η αίτηση
εξαίρεσης ήταν απαράδεκτη, καθώς δεν είχε υποβληθεί στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Το Επταμελές Συμβούλιο έκρινε ότι η αίτηση εξαίρεσης της προσφεύγουσας ήταν απαράδεκτη και
απέρριψε τις ενστάσεις της περί ακυρότητας της προδικασίας. Την έκρινε ένοχη για βαριά αμέλεια,
η οποία έβλαψε το κύρος της δικαιοσύνης. Η προσφεύγουσα είχε αρχειοθετήσει ποινικές έρευνες
που υπάγονταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Διαφθοράς και είχε παραβιάσει
συμφωνία μεταξύ των ελληνικών και των κυπριακών αρχών, η οποία είχε συναφθεί στο πλαίσιο του
Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης
(EUROJUST) και, σύμφωνα με την οποία, ορισμένα στοιχεία της υπόθεσης έπρεπε να διερευνηθούν
από τις κυπριακές αρχές. Της επέβαλε ποινή στέρησης αποδοχών 60 ημερών.
Η έφεση της προσφεύγουσας εκδικάστηκε από το Εννεαμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο του Αρείου
Πάγου, το οποίο την απέρριψε τον Μάρτιο του 2017. Το Συμβούλιο έκρινε ότι η Β.Θ. δεν είχε
απορρίψει την αίτηση εξαίρεσης της Τσατάνη αλλά είχε απλώς παραπέμψει την υπόθεση στην
Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση εξαίρεσης της Τσατάνη ήταν αβάσιμη.
Η Β.Θ. είχε την εξουσία, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να διενεργεί προσωπικά προκαταρκτικές
πειθαρχικές έρευνες και να ασκεί πειθαρχική δίωξη, εάν θεωρούσε ότι η υπόθεση είχε μεγάλο
κοινωνικοοικονομικό ενδιαφέρον ή μεγάλη δημοσιότητα. Οι σχέσεις της Β.Θ. με τους Κύπριους
αξιωματούχους και τον αναπληρωτή Υπουργό Δικαιοσύνης ήταν καθαρά τυπικές. Επιπλέον, ο
ισχυρισμός της Τσατάνη ότι η Β.Θ. είχε διαρρεύσει πληροφορίες σχετικά με την εμπιστευτική
πειθαρχική έρευνα ήταν αναπόδεικτος.
Αιτιάσεις, διαδικασία και σύνθεση του Δικαστηρίου
Υπό το άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) της Σύμβασης, η προσφεύγουσα παραπονέθηκε ότι η
υπόθεσή της δεν είχε εκδικαστεί από αμερόληπτο δικαστήριο, δεδομένου ότι η Πρόεδρος του Αρείου
2
Πάγου είχε εξετάσει αυτοπροσώπως αίτηση εξαίρεσης που είχε υποβληθεί εναντίον της από την
προσφεύγουσα, και άσκησε στην συνέχεια πειθαρχική αγωγή κατά της προσφεύγουσας.
Η προσφυγή κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 20 Ιουλίου
2016.
Η απόφαση εκδόθηκε από Τμήμα επτά Δικαστών, το οποίο αποτελούνταν από τους ακόλουθους:
Peeter Roosma (Εσθονία), Πρόεδρος,
Ιωάννης Κτιστάκις (Ελλάδα),
Darian Pavli (Αλβανία),
Diana Kovatcheva (Βουλγαρία),
Úna Ní Raifeartaigh (Ιρλανδία),
Canòlic Mingorance Cairat (Ανδόρα),
Vasilka Sancin (Σλοβενία),
καθώς και Olga Chernishova, Αναπληρώτρια Γραμματέας Τμήματος.
Απόφαση του Δικαστηρίου
Άρθρο 6 § 1
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η πειθαρχική διαδικασία που κινήθηκε κατά της Εισαγγελέως Τσατάνη
ήταν αποκλειστικά πειθαρχικής φύσης και δεν αφορούσε τα ποινικά δικαστήρια ή το ποινικό δίκαιο.
Σημείωσε περαιτέρω ότι τα Επταμελή και Εννεαμελή Πειθαρχικά Συμβούλια του Αρείου Πάγου είναι
δικαστήρια με πλήρη δικαιοδοσία για τον προσδιορισμό πειθαρχικής ευθύνης σε διαδικασίες στις
οποίες εφαρμόζονται οι εγγυήσεις του άρθρου 6. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι το άρθρο 6 § 1 ήταν
εφαρμοστέο, υπό το αστικό του σκέλος. Το Δικαστήριο περιόρισε την εξέτασή του στο ζήτημα του
δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η νομοθεσία εκείνης της εποχής προέβλεπε την αρμοδιότητα της
Προέδρου του Αρείου Πάγου να ασκήσει πειθαρχική δίωξη κατά Πολιτικών και Ποινικών Δικαστών
και Εισαγγελέων, διεξάγοντας προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα και ασκώντας πειθαρχική αγωγή. Η
αρμοδιότητα αυτή της Προέδρου του Αρείου Πάγου, η οποία της αποδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2015
για πρώτη φορά από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975, καταργήθηκε το 2021 και δεν
έχει έκτοτε επανέλθει.
Όσον αφορά το παράπονο της Τσατάνη ότι η Β.Θ., με το να εξετάσει η ίδια την αίτηση εξαίρεσης και
να κάνει δημόσια δήλωση, διακύβευσε ανεπανόρθωτα τη διαδικασία, το Δικαστήριο σημείωσε με
ανησυχία ότι η B.Θ. είχε εκδώσει επίσημο δελτίο τύπου ενώ η προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα
ήταν εν εξελίξει, παρά το γεγονός ότι οι πειθαρχικές έρευνες κατά δικαστικών λειτουργών είναι
μυστικές σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Το δελτίο τύπου κατονόμαζε την προσφεύγουσα,
αναφερόταν στην εκκρεμή πειθαρχική υπόθεση, δήλωνε ότι η Β.Θ. εμπόδιζε «μεγάλα, διαπλεκόμενα
συμφέροντα» και ότι η αίτηση εξαίρεσης της Τσατάνη ήταν αβάσιμη και καταχρηστική.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Β.Θ. δεν ήταν μόνο η Πρόεδρος του δικαστηρίου που εκδίκαζε την
πειθαρχική υπόθεση της προσφεύγουσας (χωρίς να συμμετέχει η ίδια στην σύνθεση), αλλά, ως
Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, είχε ιδιαιτέρως υψηλό κύρος στην αστική και ποινική δικαιοδοσία.
Επιπλέον, η Β.Θ. ήταν ευρέως γνωστή στο κοινό λόγω των προηγούμενων καθηκόντων της ως
υπηρεσιακής Πρωθυπουργού. Ως εκ τούτου, θα έπρεπε να είχε δείξει ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μην
δώσει την εντύπωση ότι επιθυμούσε να επηρεάσει την έκβαση της διαδικασίας.
Το Δικαστήριο, εμπνεόμενο από σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(Inspektorat kam Visshia sadeben savet, 30 Απριλίου 2025, C-313/23, C-316/23, C-332/23,
EU:C:2025:303), σημείωσε ότι, δεδομένου ότι η προοπτική της κίνησης πειθαρχικής έρευνας κατά
δικαστικών λειτουργών ήταν ικανή να ασκήσει πίεση σε εκείνους, ήταν απαραίτητο οι αρμόδιοι για
3
τη διεξαγωγή πειθαρχικών ερευνών και την κίνηση πειθαρχικών διώξεων κατά δικαστικών
λειτουργών να ενεργούν με αντικειμενικότητα και αμεροληψία. Ως εκ τούτου, η Β.Θ. είχε υποχρέωση
να ενεργεί αντικειμενικά και αμερόληπτα κατά τη διεξαγωγή της προκαταρκτικής έρευνας και την
άσκηση πειθαρχικής αγωγής κατά της Τσατάνη, η οποία ήταν δικαστική λειτουργός.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το Εννεαμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν είχε κάνει καμία αναφορά
στην εκδοθείσα στο πλαίσιο της διαδικασίας δημόσια δήλωση της Β.Θ., ενώ απέρριψε ως αβάσιμο
την ισχυρισμό της Τσατάνη ότι η Β.Θ. είχε διαρρεύσει πληροφορίες σχετικά με την πειθαρχική
έρευνα. Έτσι, δεν είχε εξετάσει τον αντίκτυπο της δήλωσης αυτής στην αμεροληψία της διαδικασίας.
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το άρθρο 6 της Σύμβασης δεν αφορά το αποτέλεσμα της διαδικασίας,
αλλά εγγυάται τον δίκαιο χαρακτήρα αυτής συμπεριλαμβανομένης της εγγύησης της αμεροληψίας.
Η δήλωση της B.Θ. ήταν καθαυτή ασυμβίβαστη με την έννοια του «ανεξάρτητου και αμερόληπτου
δικαστηρίου», λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της και του πλαισίου στο οποίο εκδόθηκε,
δεδομένου ότι το ζητούμενο δεν ήταν η απόδειξη πραγματικής επιρροής ή πίεσης επί των δικαστών
αλλά το πώς να παρουσιάζεται η διαδικασία ως αμερόληπτη.
Το Δικαστήριο επέστησε την προσοχή στο ιδιαίτερο πλαίσιο της υπόθεσης, ιδίως στο γεγονός ότι η
Β.Θ. είχε προηγουμένως υπηρετήσει ως υπηρεσιακή Πρωθυπουργός λίγους μήνες πριν από την
κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας, και ότι ο νόμος (αιτιολογική έκθεση) που ανέθετε στην Πρόεδρο
του Αρείου Πάγου την εν λόγω πειθαρχική εξουσία ανέφερε επίσης ότι η τελευταία είχε τη γενική
εποπτεία και τον έλεγχο όλων των δικαστών. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ανησυχίες της
Τσατάνη σχετικά με την αμεροληψία των δικαστηρίων που εξέτασαν την υπόθεσή της δεν ήταν
παράλογες, υποκειμενικές ή αδικαιολόγητες.
Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία δεν πληρούσε τα απαιτούμενα πρότυπα της Σύμβασης.
Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
Δίκαιη ικανοποίηση (Άρθρο 41)
Το Δικαστήριο δεν επιδίκασε δίκαια ικανοποίηση επειδή η προσφεύγουσα δεν είχε υποβάλει τέτοιο
αίτημα.
Μειοψηφούσα γνώμη
Ο Δικαστής Roosma εξέφρασε μειοψηφούσα γνώμη, η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση.
Η απόφαση είναι διαθέσιμη μόνο στην Aγγλική γλώσσα.
This press release is a document produced by the Registry. It does not bind the Court. Decisions,
judgments and further information about the Court can be found on www.echr.coe.int.
Follow the Court on Bluesky @echr.coe.int, X ECHR_CEDH, LinkedIn, and YouTube.
Contact ECHRPress to subscribe to the press-release mailing list.
Where can the Court’s press releases be found? HUDOC - Press collection
Press contacts
[email protected]e.int | tel.: +33 3 90 21 42 08
We are happy to receive journalists’ enquiries via either email or telephone.
Jane Swift (tel: + 33 3 88 41 29 04)
Tracey Turner-Tretz (tel: + 33 3 88 41 35 30)
Denis Lambert (tel: + 33 3 90 21 41 09)
Inci Ertekin (tel: + 33 3 90 21 55 30)
4
The European Court of Human Rights was set up in Strasbourg by the Council of Europe member
States in 1959 to deal with alleged violations of the 1950 European Convention on Human Rights.
5