Αυτός ο νόμος αφορά το οικογενειακό καταπίστευμα, έναν τρόπο με τον οποίο κάποιος μπορεί να διασφαλίσει ότι η περιουσία…
Τι αφορά αυτή η πράξη;
Αυτός ο νόμος αφορά το οικογενειακό καταπίστευμα, έναν τρόπο με τον οποίο κάποιος μπορεί να διασφαλίσει ότι η περιουσία του παραμένει στην οικογένειά του μετά τον θάνατό του. Καθορίζει ποιοι θεωρούνται δικαιούχοι σε ένα τέτοιο καταπίστευμα.
Για ποιους: Τον διαθέτη που επιθυμεί να διατηρήσει την κληρονομιά του στην οικογένειά του; Τα πρόσωπα που θα κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου τον διαθέτη.
Με μια ματιά
- Χώρα
- Ελλάδα
- Τομέας δικαίου
- Οικογενειακό δίκαιο
- Πηγή
- greek_legal_code (Raptarchis/HuggingFace)
- Ανάκτηση κειμένου
- Ενημέρωση επεξήγησης
Τι ρυθμίζει αυτή η πράξη;
- Τη διατήρηση κληρονομίας ή ποσοστού αυτής εντός της οικογένειας του διαθέτη.
- Τον καθορισμό των καταπιστευματοδόχων μετά τον θάνατο του εγκαταστάτου.
- Την εφαρμογή του οικογενειακού καταπιστεύματος για περαιτέρω συγγενείς του διαθέτη.
Ποιους αφορά αυτή η πράξη;
- Τον διαθέτη που επιθυμεί να διατηρήσει την κληρονομιά του στην οικογένειά του.
- Τα πρόσωπα που θα κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου τον διαθέτη.
Ποια είναι τα βασικά σημεία;
- Ο διαθέτης μπορεί να ορίσει ότι η κληρονομία ή μέρος της θα διατηρηθεί στην οικογένειά του.
- Ως καταπιστευματοδόχοι, μετά τον θάνατο του εγκαταστάτου, θεωρούνται όλα τα πρόσωπα που θα κληρονομούσαν τον διαθέτη εξ αδιαθέτου, αν αυτός πέθαινε κατά τον θάνατο του εγκαταστάτου.
- Το οικογενειακό καταπίστευμα δεν ισχύει για άλλους περαιτέρω συγγενείς του διαθέτη.
Οικογενειακό δίκαιο
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου
Άρθρον 1929 Οικογενειακόν καταπίστευμα Εάν ο διαθέτης εγκαταστήσας κληρονόμον ώρισεν ίνα ή κληρονομία ή ποσοστόν αυτής διατηρηθή εν τη εαυτού οικογενεία, επιφυλαττομένης της διατάξεως του άρθρου 1923 § 2 ως καταπιστευματοδόχοι μετά θάνατον του εγκαταστάτου εν αμφιβολία λογίζονται πάντα τα πρόσωπα, τα οποία θα εκληρονόμουν εξ αδιαθέτου τον διαθέτην, αν ούτος απέθνησκε κατά τον θάνατον του εγκαταστάτου. Δι’ άλλους περαιτέρω συγγενείς του διαθέτου δεν ισχύει το οικογενειακόν καταπίστευμα (Εισαγ. Ν. 95).